Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

Οι σφουγγαράδες του Ίωνα Δραγούμη

Ο Ίων Δραγούμης καταπιάστηκε πολύ μετά την αποφοίτησή του από τη Νομική σχολή των Αθηνών με το θέμα της σπογγγαλιείας και τα προβλήματα των σπογγαλιέων (βουτηχτάδων, σφουγγαράδων). Βλ. εκτενή αναφορά γι’ αυτό στις σελ. 107-109 του βιβλίου της Μ. Πικραμένου «Δεν έκαμα στη ζωή ότι ήθελα μα τόσο μπόρεσα- Η βιογραφία του Ίωνα Δραγούμη» όπου φανερώνονται οι ανησυχίες του για τα κοινωνικο-οικονομικά θέματα και τις ιδιαιτερότητες των κλειστών κοινωνιών.
Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στα φύλλα 781/26.3.2015  και 782/2.4.2015

Βουτηχτής σφουγγαράς

ΤΩΡΑ ὅμως τὸν Ὀκτώβριο δὲν τοὺς ἔβλεπε τόσο συχνά. Εἶχε γίνει ὀρφανὴ καὶ ὁ θεῖος καὶ ἡ θεία τὴν πῆραν καὶ κάθονταν μακριὰ ἀπὸ τὴ χώρα, καὶ εἶχε περισσότερη δουλειά, μαγείρευε, ἔπλενε - γιατὶ ἦταν μεγάλη. Δέκα ἐννιὰ χρονῶν καὶ νόστιμη.
Μὰ ὅταν τοὺς ἔβλεπε τοὺς βουτηχτάδες δὲν τῆς ἄρεζε καθόλου, γιατὶ ἀκόμη τὴν κοίταζαν καὶ τώρα ἤξερε τί ἔλεγαν αὐτὲς οἱ ματιές. Σήμερα ἕνας τὴν πείραξε καθὼς περνοῦσε. Ποτὲ δὲ θὰ πάρη βουτηχτὴ. Ποτέ. Νὰ κάνη τρεῖς ἢ ἕξη μῆνες μόνη κατάμονη καὶ νὰ μὴν ξέρη ἂν θὰ ἔλθη πίσω ὁ ἄντρας της; Καὶ ὕστερα, ὅταν ἔλθη πίσω, ἂν μεθᾶ; καὶ ἔρχεται ἀργὰ τὴν νύχτα στὸ σπίτι καὶ τὴν δέρνη; καὶ ἂν πεθάνη μέσ’ στὴ θάλασσα καὶ δὲν ξανάλθη ποτέ; Τότε θὰ φορῆ μαῦρα σὰν τὴν κυρα-Γεώργαινα, τὴν πλύστρα στὴ γειτονιά. Ποτὲ δὲ θὰ πάρη βουτηχτὴ ἡ Ἀννίκα, ποτέ.
Μιὰ μέρα τῆς λέει ὁ θεῖος της:
«Ἀννίκα, εἶναι καιρὸς νὰ παντρευθῆς πιά. Δὲν πάει δεκαεννιὰ χρονῶν καὶ ἀνύπανδρη. Ἔχω ἕνα γαμπρό, Ἀννίκα».
«Εἶναι βουτηχτής;»
«Ναί, καί …».
«Δὲν τὸν θέλω…».
 «Μὰ ἔχει καὶ παράδες, εἶναι ὄμορφος».
 «Δὲν τὸν θέλω, σοῦ λέω».
 «Μπά; γιατί; Δὲν κάνουν ἔτσι τὰ κορίτσια».
 «Τι κάνω; ἀφοῦ δὲν θέλω νὰ τὸν πάρω;»
 «Μὰ γιατί; νὰ τὸν δῆς πρῶτα· καλὰ σὲ λένε ἄγρια στὸ χωριό. Εἶναι…».
 «Ὄχι, ὄχι, δὲ θέλω».
 «Ἀγαπᾶς ἄλλον;»
 «Ὄχι».
 «Εμ, τότε γιατί;»
 «Εἶναι βουτηχτής».
 «Καὶ σὰν εἶναι, τόσο τὸ καλλίτερο, ἔχει παράδες, θὰ σοῦ κάνη φορέματα· σὲ ἀγαπάει».
 «Ποῦ μὲ εἶδε; Πῶς τὸν λένε;»
 «Ξέρω γὼ ποῦ σὲ εἶδε;»
 «Μὰ πῶς τὸν λένε;»
«Γιάννη Τσορὸ τὸν λένε».
«Ὄχι, θεῖε μου, δὲν τὸν θέλω».
«Θὰ τὸν δῆς καὶ θὰ τὸν πάρης».
«Μὰ ὄχι».
«Ναί, σοῦ λέγω».
Ἔκλαιε ὅταν τὴν ηὗρε ἡ θεία της στὴν κάμαρά της καθισμένη σὲ μιὰ καρέκλα καὶ σκέπαζε μὲ τὰ χέρια της τὸ πρόσωπο.
«Ἀννίκα, τί ἔχεις καὶ κλαῖς ἔτσι, σὰν νὰ σ’ ἔχη δείρει κανένας;»
«Θέλει νὰ μοῦ δώση ὁ θεῖος τὸν Γιάννη τὸν Τσορὸ τὸν βουτηχτὴ καὶ ἐγὼ δὲν τὸν θέλω».
«Ἀμαί γιατί; Καλὸς εἶναι καὶ θὰ τὸν πάρης».
Ἡ Ἀννίκα ἤθελε νὰ σηκωθῆ νὰ τὴν δείρη, γιατὶ τό ’λεγε τόσο ἥσυχα, χωρὶς θυμό.
«Ποτέ», λέγει καὶ φεύγοντας ἀκούει τὴ θεία της ποὺ τὴν ἔβριζε.
 Τὸ βράδυ πρὶν πλαγιάσουν ἦλθε ὁ Γιάννης ὁ Τσορός· ἐκοίταξε τὴν Ἀννίκα κι’ ἐκείνη τοῦ ἔρριξε σκυμμένα μιὰ ματιά.
 «Καλησπέρα σας».
«Α, καλῶς τὸ Γιάννη, ξέρεις, λέγει πὼς δὲ σὲ θέλει, μὰ μεῖς θὰ τὴν καταφέρωμε».
«Ἀφοῦ εἶν’ ἔτσι καλά, τότε θάρχωμαι κάθε μέρα ὡς που νὰ πῆ πὼς μὲ θέλει».
«Βέβαια. Ε, Ἀννίκα;»
«Ἂς ἔρχεται ὁπόταν θέλη, ἐγὼ δὲν τὸν παίρνω».
«Τί λές; Μωρή, κατάλαβε πὼς θὰ τὸν πάρης!» - ὁ θεῖος – «καὶ θὰ πῆς κι’ ἕνα τραγούδι» - ἡ θεία.


* * * 

«Φέρε ἄλλη μία κι’ ὕστερα ἄλλη μία».
«Ὄχι τρεῖς».
«Ὄχι πέντε, σὰ θέλης ἔτσι».
 «Πέντε εἶπες; δέκα!» - καὶ ἔσπανε ἕνα ποτήρι.
«Εἴκοσι».
«Ἑκατό».
«Ἕνα μιλιούνι».
 «Σὺ τὸ λές;»
 «Κάτω τὰ χέρια».
 «Χριστὸς καὶ Παναγιά, τ’ εἶνε τοῦτα βρὲ Γιάννη; Συχάστε».
 «Σώπα».
 «Κολοκύθια».
 «Πέντε μιλιούνια».
 Ποτήρια σπάνουν, χυμένο κρασὶ στὰ τραπέζια, καρέκλες πεσμένες, κλωτσιὲς στοὺς μπάγκους καὶ στὴν κιθάρα ποὺ φωνάζει καὶ πέφτει ἀνάσκελα στὸ πάτωμα, περιχυμένη μὲ κρασί· σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ μπακάλικου τὸ παιδὶ τραβηγμένο κυττάζει. «Καὶ δὲν τὰ σπάνετε ὅλα; σεῖς θὰ τὰ πληρώνετε».
Εἶχαν σπάσει ὅμως μόνον πέντε ποτήρια καὶ εἶχαν χυθῆ δύο ὀκάδες ρετσινάτο.
«Ποτήρια δῶ γρήγορα καὶ μιὰ χιλιάρα».
«Γειά σας, βρὲ παιδιά», λέγει ἕνας ἀστυφύλακας, ποὺ δὲ μπαίνει μέσα, καὶ γνέφει στὸ παιδί: «διώξε τους μὲ τρόπο, γιατὶ εἶναι ὥρα».
«Γειά σου Κῶτσο», λὲν οἱ βουτηχτάδες.
«Ἔλα νὰ πιῆς».
«Κόπιασε».
«Ἐβίβα παιδιά».
«Γιατὶ δὲ μένεις;»
«Εἶναι ἀργά».
Τραγουδοῦσαν τώρα οἱ βουτηχτάδες καὶ ἔπαιζε ἕνας στὴ βρεμμένη κιθάρα.
Τὸ παιδὶ πάει στὸ λυχνάρι μὲ τὸ φῶς του τὸ τρεμουλιαστὸ κοντὰ στὸ μαυρισμένον τοῖχο καὶ λέγει:
«Βρὲ Μῆτσο, τὸ λυχνάρι σβύνει καὶ δὲν ἔχομε ἄλλο πετρέλαιο».
Ὁ Μῆτσος, εἴκοσι τριῶν χρονῶν παλληκάρι, δὲ μεθοῦσε τόσο, τὸν ἤξερε τὸ παιδί.
«Ποῦ τό’ βρες πὼς δὲν ἔχει πετρέλαιο;»
 Ἕνας ἄλλος: «Μεῖς θὰ πίνωμε ὡς αὔριο τέτοια ὥρα. Τί μπορεῖς νὰ μᾶς κάμης;»
«Νά, δές το ποὺ σβύνει». Καθὼς τὸ ἔφερνε κατέβαζε τὸ φιτύλι.
«Κατεργάρη».
«Ἐλᾶτε, βρὲ παιδιά, ὁ ἀστυφύλακας φωνάζει, θὰ κλείση τὸ μαγαζὶ καὶ αὔριο πῶς θὰ πιοῦμε;»
«Γὼ δὲ φεύγω· φέρε ἀκόμα».
«Ὁ κόσμος ἔχει βάσανα».
«Κι ἐγώ ‘χω μιὰ γυναίκα».
Ὁ Μῆτσος κατάφερε ἕναν, δύο, τοὺς σήκωσε.
«Πόσα σοῦ χρωστᾶμε;»
«Γὼ δὲν πληρώνω σήμερα».
Τὸ παιδὶ εἶχε φέρει πεντέξη ἀκόμα ποτήρια σπασμένα ἀπὸ ἄλλη φορὰ ποὺ τὰ εἶχε φυλάξει ἐπίτηδες γιὰ νὰ παίρνη περισσότερα.
«Γιὰ τὰ ποτήρια δέκα δραχμὲς καὶ γιὰ τὸ κρασί…».
«Νά, τριάντα».
«Νά, πάρε κι’ ἄλλα».
«Ὄχι, γὼ θὰ πληρώσω».
«Ὄχι, γώ».
«Τί εἶσαι σύ;»
«Βρὲ μπεκρή».
«Συχάστε, βρὲ παιδιά, εἶναι πληρωμένα αὔριο πληρώνετε σεῖς».
Καὶ πῆγαν οὐρλιάζοντας καὶ βαστώντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο στὰ σπίτια τους.
Τὸ καπηλειὸ ἦταν ἔξω ἀπ’ τὴν Αἴγινα καὶ ὁ Μῆτσος κατοικοῦσε στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ χωριοῦ. Ἦταν πιὰ χαράματα καὶ πήγαινε σιγὰ σιγὰ καπνίζοντας.
«Αὐτοὶ θὰ πᾶν στὶς γυναῖκες τους κι’ ἐγὼ ποὺ δὲν ἔχω γυναίκα θὰ πάω στὴν κυρα-Γεώργαινα τὴν πλύστρα. Πέρασ’ ἡ Λαμπρὴ καὶ φεύγομε σὲ λίγες μέρες. Θὰ φάω τοὺς παράδες μου, τί νὰ τοὺς κάμω; Ποιός ξέρει ἂν δὲν πνιγῶ. Μόλις περπατῶ τώρα, μεῖς γινόμαστε μπαμπόγεροι ἀπ’ τὰ τριάντα. Τί τὰ θέλω τὰ χρήματα, παρὰ γιὰ νὰ πίνω καὶ νὰ πληρώνω τὴν κερα-Γεώργαινα ἢ τὴν ἄλλη, πῶς τὴ λέγαν; … Α, ἐκείνη ἦταν πιὸ νόστιμη μὲ τὸ κάτασπρο κορμί της, ναὶ ἡ Μαρίκα. Πέθανε ἡ κακομοίρα».
Ἔφθασε στῆς κερα-Γεώργαινας τὸ σπίτι, κτύπησε τὴν πόρτα τὴν κοντή, τὴ θολωτή, καὶ μπῆκε μέσα. Σιχαμένος ἀπ’ τὴ γυναίκα ποὺ ἀγκάλιαζε κάθε νύκτα τώρα λίγον καιρό, χωρὶς ἔρωτα, τὸ πρωῒ ἀργὰ ἐβγῆκε ἀπ’ τὸ σπίτι γιὰ νὰ πάη - βαρεμένος - στὸ καφενεῖο νὰ πιῆ ἕναν καφὲ κι’ ὕστερα στὸ καπηλειὸ πολὺ κρασί. Σκέπτονταν πότε θάρθη ὁ καιρὸς τῶν σφουγγαριῶν νὰ φύγη. Καθὼς γύριζε τὴν πρώτη γωνιὰ εἶδε σ’ ἑνὸς σπιτιοῦ τὴν αὐλή, ποὺ εἶχε χαμηλοὺς τοίχους, ἕνα κορίτσι ποὺ ἅπλωνε ροῦχα σ’ ἕνα σχοινὶ καὶ τὸν κοίταζε καθὼς περνοῦσε· εἶχε μάτια μαῦρα ποὺ σὲ περνοῦσαν πέρα πέρα. Ὁ Μῆτσος στάθηκε καὶ ζήτησε νὰ πιῆ λίγο νερό.
«Μετὰ χαρᾶς», εἶπε καὶ κοκκίνισ’ ἡ Ἀννίκα, αὐτός τὴν εἶχε πειράξει μιὰ μέρα στὸ δρόμο. Ἔφερ’ ἕνα ποτήρι.
Ἄργησε κεῖνος νὰ πιῆ τὸ νερό, καὶ ἀφοῦ τό ‘πιε εἶπε.
«Πῶς σὲ λένε, ὄμορφη κοπέλλα;»
«Τί ρωτᾶς;»
«Γιὰ νὰ σὲ θυμᾶμαι».
«Μὲ λένε Ἄγρια, γιατί… δὲ θέλω νὰ παντρευθῶ».
«Γιατί δὲ θέλεις νὰ παντρευθεῖς! Μὰ γιατί;»
«Πήγαινε, γιατὶ ἔρχεται ἡ θεία μου καὶ θὰ μὲ μαλλώση».
«Πίνω νερὸ ἐγώ. Δός μου, ὄμορφο κορίτσι, λίγο νερό. Μὰ πῶς εἶναι τὸ βαπτιστικό σου τ’ ὄνομα;»
Ἡ θεία:
«Ἀννίκα, Ἀννίκα τί γίνηκες;»
«Τώρα ἔρχομαι».
Στὸ Μῆτσο:
«Στὸ καλό».
Καὶ μπῆκε μέσα.
Ὁ Μῆτσος ἔφυγε σιγὰ σιγὰ καὶ εἶχε ὅλο στὸ κεφάλι του τὰ μαῦρα μάτια τῆς Ἀννίκας, ποὺ περνοῦσαν. Πῆγε στὸ καπηλειὸ καὶ ἤπιε μὲ τοὺς ἄλλους, μὰ μέσα στὸν καπνὸ ποὺ γέμιζε τὸ ὑπόγειο καὶ μέσα στὴ ζάλη τοῦ κρασιοῦ καὶ στὶς φωνὲς καὶ στὰ τραγούδια περνοῦσαν ὅλο στὸ κεφάλι του τὰ μαῦρα μάτια τῆς Ἀννίκας.
Τ’ ἀπόγευμα ἐπῆγε κι’ εἶδε τὸ καΐκι τοῦ γερο-Νικόλα, ποὺ τὸν ἔπαιρνε κι’ αὐτὸν μαζὶ μὲ τοὺς δυό - τρεῖς ἄλλους κάθε χρόνο στὰ σφουγγάρια κάτω στὸ Ἀλτζέρι ἢ καὶ στῆς Ἰταλίας τὰ νερά. Τὸ διόρθωναν, γιατὶ κόντευε ὁ καιρὸς γιὰ ταξεῖδι. Ἤτανε σαρακοστὴ ἀκόμα καὶ μετὰ τὸ Πάσχα θάφευγε. Καὶ ἤθελε ὁ Μῆτσος νὰ εἶχε ἔλθει ὁ καιρὸς τῶν σφουγγαριῶν, νὰ φύγη, νὰ ζῆ μὲ ξερὸ ψωμὶ στὸ καΐκι, νὰ μένη πολλὴν ὥρα στὸν πάτο τῆς θάλασσας μὲ τὰ ψάρια, νὰ βγάζη περισσότερα σφουγγάρια ἀπ’ τοὺς ἄλλους, νὰ μαλλώνη ἐκεῖ κάτω μὲ κανέναν ἄλλο βουτηχτὴ γιὰ ἕνα σφουγγάρι μεγάλο, ὡραῖο, στρογγυλό, καὶ νὰ νικᾶ τὸν ἄλλο κόβοντάς το ἀπ’ τὸ βράχο ποὺ εἶναι κολλημένο.
Πάλι πέρασαν ἀπ’ τὸ κεφάλι του τὰ μαῦρα μάτια τῆς Ἀννίκας.
Ὁ ἥλιος ἐβασίλευε κόκκινος στὰ βουνὰ ἀπὸ πίσω καὶ ἔβαφε τὰ ἐλαφρὰ τὰ κύματα.
Ὁ Μῆτσος πέρασε καὶ τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωῒ ἀπ’ τῆς Ἀννίκας τὸ σπίτι μπροστά, καὶ τὴν ἄλλη καὶ τὴν ἄλλη. Τὴν εἶδε δυὸ τρεῖς φορὲς καὶ καθὼς περνοῦσε τῆς ἔλεγε «Καλημέρα». Ἡ Ἀννίκα, ὅταν ἦταν στὴν αὐλή, ἀπαντοῦσε «Καλὴ μέρα» κι’ ἔφευγε στὸ σπίτι ἀδιάφορη, καὶ λίγο φοβισμένη.

* * * ΤΩΡΑ ὅμως τὸν Ὀκτώβριο δὲν τοὺς ἔβλεπε τόσο συχνά. Εἶχε γίνει ὀρφανὴ καὶ ὁ θεῖος καὶ ἡ θεία τὴν πῆραν καὶ κάθονταν μακριὰ ἀπὸ τὴ χώρα, καὶ εἶχε περισσότερη δουλειά, μαγείρευε, ἔπλενε - γιατὶ ἦταν μεγάλη. Δέκα ἐννιὰ χρονῶν καὶ νόστιμη.
Μὰ ὅταν τοὺς ἔβλεπε τοὺς βουτηχτάδες δὲν τῆς ἄρεζε καθόλου, γιατὶ ἀκόμη τὴν κοίταζαν καὶ τώρα ἤξερε τί ἔλεγαν αὐτὲς οἱ ματιές. Σήμερα ἕνας τὴν πείραξε καθὼς περνοῦσε. Ποτὲ δὲ θὰ πάρη βουτηχτὴ. Ποτέ. Νὰ κάνη τρεῖς ἢ ἕξη μῆνες μόνη κατάμονη καὶ νὰ μὴν ξέρη ἂν θὰ ἔλθη πίσω ὁ ἄντρας της; Καὶ ὕστερα, ὅταν ἔλθη πίσω, ἂν μεθᾶ; καὶ ἔρχεται ἀργὰ τὴν νύχτα στὸ σπίτι καὶ τὴν δέρνη; καὶ ἂν πεθάνη μέσ’ στὴ θάλασσα καὶ δὲν ξανάλθη ποτέ; Τότε θὰ φορῆ μαῦρα σὰν τὴν κυρα-Γεώργαινα, τὴν πλύστρα στὴ γειτονιά. Ποτὲ δὲ θὰ πάρη βουτηχτὴ ἡ Ἀννίκα, ποτέ.
Μιὰ μέρα τῆς λέει ὁ θεῖος της:
«Ἀννίκα, εἶναι καιρὸς νὰ παντρευθῆς πιά. Δὲν πάει δεκαεννιὰ χρονῶν καὶ ἀνύπανδρη. Ἔχω ἕνα γαμπρό, Ἀννίκα».
«Εἶναι βουτηχτής;»
«Ναί, καί …».
«Δὲν τὸν θέλω…».
 «Μὰ ἔχει καὶ παράδες, εἶναι ὄμορφος».
 «Δὲν τὸν θέλω, σοῦ λέω».
 «Μπά; γιατί; Δὲν κάνουν ἔτσι τὰ κορίτσια».
 «Τι κάνω; ἀφοῦ δὲν θέλω νὰ τὸν πάρω;»
 «Μὰ γιατί; νὰ τὸν δῆς πρῶτα· καλὰ σὲ λένε ἄγρια στὸ χωριό. Εἶναι…».
 «Ὄχι, ὄχι, δὲ θέλω».
 «Ἀγαπᾶς ἄλλον;»
 «Ὄχι».
 «Εμ, τότε γιατί;»
 «Εἶναι βουτηχτής».
 «Καὶ σὰν εἶναι, τόσο τὸ καλλίτερο, ἔχει παράδες, θὰ σοῦ κάνη φορέματα· σὲ ἀγαπάει».
 «Ποῦ μὲ εἶδε; Πῶς τὸν λένε;»
 «Ξέρω γὼ ποῦ σὲ εἶδε;»
 «Μὰ πῶς τὸν λένε;»
«Γιάννη Τσορὸ τὸν λένε».
«Ὄχι, θεῖε μου, δὲν τὸν θέλω».
«Θὰ τὸν δῆς καὶ θὰ τὸν πάρης».
«Μὰ ὄχι».
«Ναί, σοῦ λέγω».
Ἔκλαιε ὅταν τὴν ηὗρε ἡ θεία της στὴν κάμαρά της καθισμένη σὲ μιὰ καρέκλα καὶ σκέπαζε μὲ τὰ χέρια της τὸ πρόσωπο.
«Ἀννίκα, τί ἔχεις καὶ κλαῖς ἔτσι, σὰν νὰ σ’ ἔχη δείρει κανένας;»
«Θέλει νὰ μοῦ δώση ὁ θεῖος τὸν Γιάννη τὸν Τσορὸ τὸν βουτηχτὴ καὶ ἐγὼ δὲν τὸν θέλω».
«Ἀμαί γιατί; Καλὸς εἶναι καὶ θὰ τὸν πάρης».
Ἡ Ἀννίκα ἤθελε νὰ σηκωθῆ νὰ τὴν δείρη, γιατὶ τό ’λεγε τόσο ἥσυχα, χωρὶς θυμό.
«Ποτέ», λέγει καὶ φεύγοντας ἀκούει τὴ θεία της ποὺ τὴν ἔβριζε.
 Τὸ βράδυ πρὶν πλαγιάσουν ἦλθε ὁ Γιάννης ὁ Τσορός· ἐκοίταξε τὴν Ἀννίκα κι’ ἐκείνη τοῦ ἔρριξε σκυμμένα μιὰ ματιά.
 «Καλησπέρα σας».
«Α, καλῶς τὸ Γιάννη, ξέρεις, λέγει πὼς δὲ σὲ θέλει, μὰ μεῖς θὰ τὴν καταφέρωμε».
«Ἀφοῦ εἶν’ ἔτσι καλά, τότε θάρχωμαι κάθε μέρα ὡς που νὰ πῆ πὼς μὲ θέλει».
«Βέβαια. Ε, Ἀννίκα;»
«Ἂς ἔρχεται ὁπόταν θέλη, ἐγὼ δὲν τὸν παίρνω».
«Τί λές; Μωρή, κατάλαβε πὼς θὰ τὸν πάρης!» - ὁ θεῖος – «καὶ θὰ πῆς κι’ ἕνα τραγούδι» - ἡ θεία.


* * * 

«Φέρε ἄλλη μία κι’ ὕστερα ἄλλη μία».
«Ὄχι τρεῖς».
«Ὄχι πέντε, σὰ θέλης ἔτσι».
 «Πέντε εἶπες; δέκα!» - καὶ ἔσπανε ἕνα ποτήρι.
«Εἴκοσι».
«Ἑκατό».
«Ἕνα μιλιούνι».
 «Σὺ τὸ λές;»
 «Κάτω τὰ χέρια».
 «Χριστὸς καὶ Παναγιά, τ’ εἶνε τοῦτα βρὲ Γιάννη; Συχάστε».
 «Σώπα».
 «Κολοκύθια».
 «Πέντε μιλιούνια».
 Ποτήρια σπάνουν, χυμένο κρασὶ στὰ τραπέζια, καρέκλες πεσμένες, κλωτσιὲς στοὺς μπάγκους καὶ στὴν κιθάρα ποὺ φωνάζει καὶ πέφτει ἀνάσκελα στὸ πάτωμα, περιχυμένη μὲ κρασί· σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ μπακάλικου τὸ παιδὶ τραβηγμένο κυττάζει. «Καὶ δὲν τὰ σπάνετε ὅλα; σεῖς θὰ τὰ πληρώνετε».
Εἶχαν σπάσει ὅμως μόνον πέντε ποτήρια καὶ εἶχαν χυθῆ δύο ὀκάδες ρετσινάτο.
«Ποτήρια δῶ γρήγορα καὶ μιὰ χιλιάρα».
«Γειά σας, βρὲ παιδιά», λέγει ἕνας ἀστυφύλακας, ποὺ δὲ μπαίνει μέσα, καὶ γνέφει στὸ παιδί: «διώξε τους μὲ τρόπο, γιατὶ εἶναι ὥρα».
«Γειά σου Κῶτσο», λὲν οἱ βουτηχτάδες.
«Ἔλα νὰ πιῆς».
«Κόπιασε».
«Ἐβίβα παιδιά».
«Γιατὶ δὲ μένεις;»
«Εἶναι ἀργά».
Τραγουδοῦσαν τώρα οἱ βουτηχτάδες καὶ ἔπαιζε ἕνας στὴ βρεμμένη κιθάρα.
Τὸ παιδὶ πάει στὸ λυχνάρι μὲ τὸ φῶς του τὸ τρεμουλιαστὸ κοντὰ στὸ μαυρισμένον τοῖχο καὶ λέγει:
«Βρὲ Μῆτσο, τὸ λυχνάρι σβύνει καὶ δὲν ἔχομε ἄλλο πετρέλαιο».
Ὁ Μῆτσος, εἴκοσι τριῶν χρονῶν παλληκάρι, δὲ μεθοῦσε τόσο, τὸν ἤξερε τὸ παιδί.
«Ποῦ τό’ βρες πὼς δὲν ἔχει πετρέλαιο;»
 Ἕνας ἄλλος: «Μεῖς θὰ πίνωμε ὡς αὔριο τέτοια ὥρα. Τί μπορεῖς νὰ μᾶς κάμης;»
«Νά, δές το ποὺ σβύνει». Καθὼς τὸ ἔφερνε κατέβαζε τὸ φιτύλι.
«Κατεργάρη».
«Ἐλᾶτε, βρὲ παιδιά, ὁ ἀστυφύλακας φωνάζει, θὰ κλείση τὸ μαγαζὶ καὶ αὔριο πῶς θὰ πιοῦμε;»
«Γὼ δὲ φεύγω· φέρε ἀκόμα».
«Ὁ κόσμος ἔχει βάσανα».
«Κι ἐγώ ‘χω μιὰ γυναίκα».
Ὁ Μῆτσος κατάφερε ἕναν, δύο, τοὺς σήκωσε.
«Πόσα σοῦ χρωστᾶμε;»
«Γὼ δὲν πληρώνω σήμερα».
Τὸ παιδὶ εἶχε φέρει πεντέξη ἀκόμα ποτήρια σπασμένα ἀπὸ ἄλλη φορὰ ποὺ τὰ εἶχε φυλάξει ἐπίτηδες γιὰ νὰ παίρνη περισσότερα.
«Γιὰ τὰ ποτήρια δέκα δραχμὲς καὶ γιὰ τὸ κρασί…».
«Νά, τριάντα».
«Νά, πάρε κι’ ἄλλα».
«Ὄχι, γὼ θὰ πληρώσω».
«Ὄχι, γώ».
«Τί εἶσαι σύ;»
«Βρὲ μπεκρή».
«Συχάστε, βρὲ παιδιά, εἶναι πληρωμένα αὔριο πληρώνετε σεῖς».
Καὶ πῆγαν οὐρλιάζοντας καὶ βαστώντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο στὰ σπίτια τους.
Τὸ καπηλειὸ ἦταν ἔξω ἀπ’ τὴν Αἴγινα καὶ ὁ Μῆτσος κατοικοῦσε στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ χωριοῦ. Ἦταν πιὰ χαράματα καὶ πήγαινε σιγὰ σιγὰ καπνίζοντας.
«Αὐτοὶ θὰ πᾶν στὶς γυναῖκες τους κι’ ἐγὼ ποὺ δὲν ἔχω γυναίκα θὰ πάω στὴν κυρα-Γεώργαινα τὴν πλύστρα. Πέρασ’ ἡ Λαμπρὴ καὶ φεύγομε σὲ λίγες μέρες. Θὰ φάω τοὺς παράδες μου, τί νὰ τοὺς κάμω; Ποιός ξέρει ἂν δὲν πνιγῶ. Μόλις περπατῶ τώρα, μεῖς γινόμαστε μπαμπόγεροι ἀπ’ τὰ τριάντα. Τί τὰ θέλω τὰ χρήματα, παρὰ γιὰ νὰ πίνω καὶ νὰ πληρώνω τὴν κερα-Γεώργαινα ἢ τὴν ἄλλη, πῶς τὴ λέγαν; … Α, ἐκείνη ἦταν πιὸ νόστιμη μὲ τὸ κάτασπρο κορμί της, ναὶ ἡ Μαρίκα. Πέθανε ἡ κακομοίρα».
Ἔφθασε στῆς κερα-Γεώργαινας τὸ σπίτι, κτύπησε τὴν πόρτα τὴν κοντή, τὴ θολωτή, καὶ μπῆκε μέσα. Σιχαμένος ἀπ’ τὴ γυναίκα ποὺ ἀγκάλιαζε κάθε νύκτα τώρα λίγον καιρό, χωρὶς ἔρωτα, τὸ πρωῒ ἀργὰ ἐβγῆκε ἀπ’ τὸ σπίτι γιὰ νὰ πάη - βαρεμένος - στὸ καφενεῖο νὰ πιῆ ἕναν καφὲ κι’ ὕστερα στὸ καπηλειὸ πολὺ κρασί. Σκέπτονταν πότε θάρθη ὁ καιρὸς τῶν σφουγγαριῶν νὰ φύγη. Καθὼς γύριζε τὴν πρώτη γωνιὰ εἶδε σ’ ἑνὸς σπιτιοῦ τὴν αὐλή, ποὺ εἶχε χαμηλοὺς τοίχους, ἕνα κορίτσι ποὺ ἅπλωνε ροῦχα σ’ ἕνα σχοινὶ καὶ τὸν κοίταζε καθὼς περνοῦσε· εἶχε μάτια μαῦρα ποὺ σὲ περνοῦσαν πέρα πέρα. Ὁ Μῆτσος στάθηκε καὶ ζήτησε νὰ πιῆ λίγο νερό.
«Μετὰ χαρᾶς», εἶπε καὶ κοκκίνισ’ ἡ Ἀννίκα, αὐτός τὴν εἶχε πειράξει μιὰ μέρα στὸ δρόμο. Ἔφερ’ ἕνα ποτήρι.
Ἄργησε κεῖνος νὰ πιῆ τὸ νερό, καὶ ἀφοῦ τό ‘πιε εἶπε.
«Πῶς σὲ λένε, ὄμορφη κοπέλλα;»
«Τί ρωτᾶς;»
«Γιὰ νὰ σὲ θυμᾶμαι».
«Μὲ λένε Ἄγρια, γιατί… δὲ θέλω νὰ παντρευθῶ».
«Γιατί δὲ θέλεις νὰ παντρευθεῖς! Μὰ γιατί;»
«Πήγαινε, γιατὶ ἔρχεται ἡ θεία μου καὶ θὰ μὲ μαλλώση».
«Πίνω νερὸ ἐγώ. Δός μου, ὄμορφο κορίτσι, λίγο νερό. Μὰ πῶς εἶναι τὸ βαπτιστικό σου τ’ ὄνομα;»
Ἡ θεία:
«Ἀννίκα, Ἀννίκα τί γίνηκες;»
«Τώρα ἔρχομαι».
Στὸ Μῆτσο:
«Στὸ καλό».
Καὶ μπῆκε μέσα.
Ὁ Μῆτσος ἔφυγε σιγὰ σιγὰ καὶ εἶχε ὅλο στὸ κεφάλι του τὰ μαῦρα μάτια τῆς Ἀννίκας, ποὺ περνοῦσαν. Πῆγε στὸ καπηλειὸ καὶ ἤπιε μὲ τοὺς ἄλλους, μὰ μέσα στὸν καπνὸ ποὺ γέμιζε τὸ ὑπόγειο καὶ μέσα στὴ ζάλη τοῦ κρασιοῦ καὶ στὶς φωνὲς καὶ στὰ τραγούδια περνοῦσαν ὅλο στὸ κεφάλι του τὰ μαῦρα μάτια τῆς Ἀννίκας.
Τ’ ἀπόγευμα ἐπῆγε κι’ εἶδε τὸ καΐκι τοῦ γερο-Νικόλα, ποὺ τὸν ἔπαιρνε κι’ αὐτὸν μαζὶ μὲ τοὺς δυό - τρεῖς ἄλλους κάθε χρόνο στὰ σφουγγάρια κάτω στὸ Ἀλτζέρι ἢ καὶ στῆς Ἰταλίας τὰ νερά. Τὸ διόρθωναν, γιατὶ κόντευε ὁ καιρὸς γιὰ ταξεῖδι. Ἤτανε σαρακοστὴ ἀκόμα καὶ μετὰ τὸ Πάσχα θάφευγε. Καὶ ἤθελε ὁ Μῆτσος νὰ εἶχε ἔλθει ὁ καιρὸς τῶν σφουγγαριῶν, νὰ φύγη, νὰ ζῆ μὲ ξερὸ ψωμὶ στὸ καΐκι, νὰ μένη πολλὴν ὥρα στὸν πάτο τῆς θάλασσας μὲ τὰ ψάρια, νὰ βγάζη περισσότερα σφουγγάρια ἀπ’ τοὺς ἄλλους, νὰ μαλλώνη ἐκεῖ κάτω μὲ κανέναν ἄλλο βουτηχτὴ γιὰ ἕνα σφουγγάρι μεγάλο, ὡραῖο, στρογγυλό, καὶ νὰ νικᾶ τὸν ἄλλο κόβοντάς το ἀπ’ τὸ βράχο ποὺ εἶναι κολλημένο.
Πάλι πέρασαν ἀπ’ τὸ κεφάλι του τὰ μαῦρα μάτια τῆς Ἀννίκας.
Ὁ ἥλιος ἐβασίλευε κόκκινος στὰ βουνὰ ἀπὸ πίσω καὶ ἔβαφε τὰ ἐλαφρὰ τὰ κύματα.
Ὁ Μῆτσος πέρασε καὶ τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωῒ ἀπ’ τῆς Ἀννίκας τὸ σπίτι μπροστά, καὶ τὴν ἄλλη καὶ τὴν ἄλλη. Τὴν εἶδε δυὸ τρεῖς φορὲς καὶ καθὼς περνοῦσε τῆς ἔλεγε «Καλημέρα». Ἡ Ἀννίκα, ὅταν ἦταν στὴν αὐλή, ἀπαντοῦσε «Καλὴ μέρα» κι’ ἔφευγε στὸ σπίτι ἀδιάφορη, καὶ λίγο φοβισμένη.


Ἕνα ἀπόγευμα ὁ Μῆτσος ἔφυγε καὶ πῆγε πρὸς τῆς Ἀννίκας τὸ σπίτι. Στὴν αὐλὴ μπροστὰ κάθονταν σὲ μιὰ πέτρα δυὸ γυναῖκες καὶ μιλοῦσαν.
«Αὐτὴ θὰ εἶν’ ἡ θεία της», σκέφθηκε καὶ πήγε μακρύτερα πρὸς τὸ πηγάδι ποὺ ἔπαιρναν ἐκείνη τὴν ὥρα νερὸ τὰ κορίτσια· ἦταν ἐκεῖνο τὸ πηγάδι ἔξω ἀπ’ τὸ χωριό, σὲ μιὰ συκιὰ κοντά, ποὺ ἄρχιζε νὰ βγάζη φύλλα. Ἡ Ἀννίκα λιγερή, μ’ ἕνα μαντήλι στὸ κεφάλι, ἦταν ἐκεῖ μαζὺ μὲ τὶς ἄλλες, τὴν εἶδε καὶ καθὼς πέρασε μπροστά του μόνη, ὅταν ἔφευγε, τῆς εἶπε καλησπέρα καὶ τὴν ἀκολούθησε.
«Γιατί ἐδῶ;»
«Ἦλθα νὰ σὲ δῶ».
«Ἐμένα;»
«Ἐσένα. Παράξενο σοῦ φαίνεται;»
«Ναί, ἀφοῦ δὲν σὲ γνωρίζω, ποιός εἶσαι;»
«Ἐγώ; Εἶμαι τοῦ Μελέτη γυιὸς τοῦ βουτηχτή».
Τὸν κύτταξε.
«Εἶσαι βουτηχτής;»
«Ναί, λέγομαι Μῆτσος».
«Καὶ τί μὲ θέλεις ἐμένα;»
«Μ’ ἀρέσεις, Ἀννίκα, δὲν τὸ βλέπεις πὼς περνῶ κάθε μέρα ἀπὸ τὸ σπίτι σας…».
«Ξέρεις πὼς μὲ λένε ἄγρια, γιατὶ δὲ θέλω νὰ παντρευθῶ. Δὲ μ’ ἀρέσουν οἱ βουτηχτάδες… Εἶσαι ἀλήθεια βουτηχτής;»
«Ναί. Μὰ τί σούκαναν καὶ δὲν σοῦ ἀρέσουν;»
«Δὲν ξέρω. Μιὰ μέρα σύ… στὸ δρόμο… μὲ σκούντησες… τοὺς φοβοῦμαι».
«Ἐγώ; σὲ σκούντησα; Ξέχασέ το Ἀννίκα, ξέχασέ το, σ’ ἀγαπῶ τόσο».
«Φθάνομε στὸ σπίτι, φύγε».
Τῆς Ἀννίκας τῆς ἄρεσε ὁ Μῆτσος ἀπ’ τὴν ἀρχή. Ἦταν ὡραῖο παλληκάρι καὶ εἶχε γλυκειὰ φωνή, ὄχι ἄγρια, σὰν τοὺς ἄλλους βουτηχτάδες. Μὰ ἦταν βουτηχτὴς καὶ αὐτός.

* * * 

Ὁ Γιάννης ὁ Τσορός, ποὺ ἦταν καὶ αὐτὸς ἐρωτευμένος μὲ τὴν Ἀννίκα, καὶ ποὺ ἤθελαν νὰ τῆς τὸν δώσουν ὁ θεῖος καὶ ἡ θεία της, ἔρχονταν κάθε μέρα στὸ σπίτι της. Μὰ ἐκείνη, ὅταν μποροῦσε, ἔβγαινε ἔξω, πήγαινε στὸ πηγάδι καὶ ἔμενε περισσότερο, γιὰ νὰ μὴν τὸν βλέπη· ἦταν βαρετὸς καὶ κουτὸς καὶ καμμιὰ φορὰ μύριζε τὸ στόμα του κρασὶ ὅταν μιλοῦσε. Ἐσκέπτονταν πὼς αὐτὸς μποροῦσε νὰ τὴν ἔχη σφιχτὰ στὴν ἀγκαλιά του κι’ ἀνατρίχιαζε. Καί, ἀφότου γνώρισε τὸ Μῆτσο, ὁ Γιάννης ὁ Τσορὸς εἶχε γίνει ἀκόμη πιὸ κουτός. Κι’ ὁ θεῖος της καὶ ἡ θεία της τῆς ἔλεγαν κάθε λίγο πὼς πρέπει νὰ τὸν πάρη, πὼς εἶναι ὄμορφος, πὼς ἔχει παράδες. Τοὺς ἐσύμφερε ὁ Γιάννης, γιατὶ θὰ τούδιναν γιὰ προίκα τῆς Ἀννίκας μόνον τὸ μισὸ ἀπ’ ἐκεῖνο ποὺ τῆς ἀφήκε ὁ πατέρας της ὅταν πέθανε, ἕνα χωράφι. Ποιός ἤξερε στὴν Αἴγινα, ἢ ποιός θυμοῦνταν τί εἶχε ὁ πατέρας τῆς Ἀννίκας;
«Θ’ ἀγαπᾶ κανέναν ἄλλον», εἶπε ἡ θεία στὸν ἄνδρα της, «εἶναι συλλογισμένη, δὲν τρώει σὰν πρίν. Γιατί δὲν τὸν θέλει τὸ Γιάννη;»
 «Θὰ τὸν πάρη, τί θὰ κάμη;»
«Βέβαια, δὲ θὰ τῆς περάση, ὅπως τὸ θέλει ἐκείνη. Θὰ τὴν ἀναγκάσωμε. Θὰ τῆς πῶ ἐγὼ πὼς ἢ τὸν παίρνει ἢ τὴ στέλνω στὴν Ἀθήνα νὰ γίνη ὑπηρέτρια, καὶ τότε βλέπομε τὸν παίρνει γιὰ δὲν τὸν παίρνει».
Τὸ βράδυ τῆς τὸ εἶπε ἡ θεία της. Ἡ Ἀννίκα ἔκλαψε πολὺ ἐκείνην τὴν νύκτα στὸ κρεββάτι της καὶ θὰ ἤθελε νὰ πεθάνη.
Τὴν ἄλλη μέρα πέρασε πάλι ὁ Μῆτσος ἀπ’ τὸ σπίτι της, τὴν ηὗρε μόνη. Γιὰ νὰ μὴν τοὺς βρῆ μαζὶ ὅταν ἔλθη πίσω ἡ θεία της, ἔφυγαν ἀπ’ τὸ σπίτι καὶ πήγαιναν πρὸς τὸ πηγάδι, αὐτὴ μὲ τὴ στάμνα τὴν κίτρινη στὸ κεφάλι.
 «Ἀννίκα …».
 «Τί;»
 «Γιατί δὲ μὲ θέλεις; Δὲν σ’ ἀρέσω; Δὲν εἶμαι ὄμορφος; Πές μου Ἀννίκα, Ἀννίκα μου». Ἐκείνη σιωποῦσε. Σιγά, καθὼς ἐπήγαιναν, καὶ εἶχε ἐπάνω τὰ δυὸ χέρια της στὴ στάμνα, πέρασε αὐτὸς τὸ χέρι του στὴ μέση της καὶ τὴν ἔσφιξε. Ἔπεσαν ὁρμέμφυτα τὰ χέρια της ἐπάνω στὰ δικά του καὶ ἡ στάμνα ἔγινε, μὲ κρότο, κομμάτια στὶς πέτρες τοῦ δρόμου. Τὴν ἀφήκε τὴν Ἀννίκα ὁ Μῆτσος καὶ κοίταξαν σιωπηλὰ κι’ οἱ δυό τους τὰ θρύψαλα. Ὁ Μῆτσος πῆρε τὸ χέρι της καὶ τὴν τράβηξε ὀλίγο.
«Πᾶμε, σοῦ ἀγοράζω ἄλλη».
«Τί θὰ πῆ ἡ θεία;»
«Τί θὰ πῆ; Νά, καθὼς πήγαινες στὸ δρόμο σκόνταψες καὶ ἔπεσε ἡ στάμνα».
Καὶ καθὼς μιλοῦσε τὴν τραβοῦσε σιγὰ ἔξω ἀπ’ τὸ δρόμο τοῦ πηγαδιοῦ πρὸς τὰ χωράφια καὶ τὶς ἐληές. Ὅλο τὴν βαστοῦσε ἀπ’ τὸ χέρι καὶ τὴν ὡδηγοῦσε. Κείνη λίγο φοβισμένη ἔλεγε:
«Μῆτσο, πᾶμε πίσω, πᾶμε πίσω, εἶναι ἀργὰ, ἂν μᾶς δῆ κανείς, τί θὰ πῆ ὁ κόσμος; Πᾶμε πίσω».
«Ἀννίκα μου, πὲς πὼς μὲ θέλεις, πές το, Ἀννίκα, καὶ σὲ πηγαίνω πίσω».
Ἡ Ἀννίκα σιωποῦσε, κοίταζε κάτω καὶ ὁ ἀέρας τοῦ δειλινοῦ κουνοῦσε ἕνα μαλλὶ ποὺ ἔπεφτε στὸ μέτωπό της. Ἄξαφνα σὰν ξύπνησε εἶπε:
«Μῆτσο, ἤθελα νὰ σοῦ πῶ κάτι, μά … δὲν μπορῶ».
«Πές το Ἀννίκα μου, γιατί φοβᾶσαι;»
«Θέλουν νὰ μὲ παντρέψουν ὁ θεῖος καὶ ἡ θεία».
«Ἐσένα; Καὶ μὲ ποιόν;»
«Μὲ τὸν Γιάννη τὸν Τσορό».
«Αὐτὸν τὸν ἀσχημομούρη, τὸν κακομοιριασμένο; Καὶ θὰ τὸν πάρης αὐτόν τόν …».
 «Ὄχι, δὲν τὸν θέλω. Πᾶμε πίσω Μῆτσο, καὶ θὰ στὰ πῶ ὅλα».
Καὶ καθὼς ἐπέστρεφαν τοῦ ἔλεγε τὸν ἔρωτα τοῦ Γιάννη γι’ αὐτὴν καὶ πὼς ἤθελεν ὁ θεῖος καὶ ἡ θεία της νὰ τὴν παντρέψουν καὶ καλὰ μ’ αὐτὸν γιατὶ εἶχε χρήματα.
«Μὰ ἐγὼ δὲν τὸν θέλω, καὶ δὲν θὰ τὸν πάρω, καλλίτερα νὰ πεθάνω».
«Καὶ ἐγὼ δὲ θέλω νὰ τὸν πάρης· σὲ θέλω γώ· πὲς πὼς μὲ θέλεις καὶ δὲν τὸν ἀφήνω νὰ σὲ πάρη. Φεύγομε αὔριο, σήμερα, καὶ πᾶμε ἀλλοῦ μακρυά, σὲ κανένα ἄλλο νησί. Ἔχω χρήματα, δὲ θέλω προίκα, καὶ θὰ σ’ ἔχω ἐγὼ Ἀννίκα μου, ἐγώ, θὰ σ’ ἔχω καὶ κανεὶς ἄλλος. Μὲ θέλεις. Μὲ θέλεις Ἀννίκα, ναί, μὲ θέλεις, πές το πὼς μὲ θέλεις».
Στάθηκαν, τὴ βαστοῦσε ἀπ’ τὸ χέρι, καὶ τὴν κοίταζε στὸ σκοτάδι, ἐνῶ ἐκείνη εἶχε τὰ μάτια κατὰ γῆς.
«Ναί, μὰ δὲ θὰ πᾶς πιὰ ἐκεῖ, μακρυά, στὰ σφουγγάρια».
«Τὰ σφουγγάρια… νὰ τ’ ἀφήσω;»
«Ναί, ναὶ νὰ τ’ ἀφήσης. Δὲ θὰ μ’ ἀφήνης μονάχη, θὰ ζοῦμε μαζί, πάντα, δὲ θὰ εἶσαι βουτηχτής».
«Ὅ,τι θέλεις Ἀννίκα μου, γιατί… νὰ μὴν εἶμαι πιὰ βουτηχτής, δὲν ξέρω καμμιὰ ἄλλη τέχνη γιὰ νὰ κερδίζω. Πῶς θὰ ζήσωμε, ὅταν τελειώσουν τὰ χρήματά μας;»
«Ξέρω νὰ πλένω, θὰ γίνω πλύστρα».
Πέρασε σὰν ἀστραπὴ στὸ νοῦ του ἡ Γεώργαινα.
«Ὄχι, δὲν θὰ γίνης ποτέ, ὄχι. Θὰ βρῶ ἐργασία. Θὰ βρῶ. Θὰ κάνω ὅ,τι θέλεις, μὰ θὰ σ’ ἔχω Ἀννίκα μου… Μόνο ἄφησέ με φέτος γιὰ τελευταία φορὰ νὰ πάω».
«Μῆτσο ξέρεις τί θὰ κάνω;» - τὸν τράβηξε λίγο ἀπὸ τὸ χέρι καὶ περπατοῦσαν σιγὰ πάλι -«Πᾶμε στὸ σπίτι καὶ θὰ πῶ στὸ θεῖο καὶ στὴ θεία πὼς δὲν παίρνω τὸ Γιάννη καὶ πὼς θέλω ἐσένα, πὼς δὲν θέλεις προίκα καὶ αὔριο θὰ σοῦ πῶ, τέτοια ὥρα, τί λέν. Ἂν δὲ θέλουν, θὰ ποῦμε αὔριο πὼς θὰ φύγωμε».
Πρὶν ἐπιστρέψουν στὸ σπίτι πέρασαν ἀπὸ ἕνα πιθαράδικο καὶ τῆς ἀγόρασε ὁ Μῆτσος μιὰ στάμνα σὰν τὴν ἄλλη.

* * * 

Ὅταν τὸ ἔμαθε στὸ καπηλειὸ ὁ Γιάννης ὁ Τσορὸς πὼς ἡ Ἀννίκα ἀγάπησε τὸ Μῆτσο, πὼς ὁ θεῖος της καὶ ἡ θεία της τὴν ἄφησαν νὰ τὸν ἀρραβωνιασθῆ, ἔβρισε ὅλους, καὶ μὲ φοβερὴ φωνὴ ἔκραζε τοῦ παιδιοῦ νὰ φέρη κρασί. Εἶχε μάτια ἄγρια, δὲν ἤξερε τί ἔκανε. Ἔτρεχε ἐδῶ κι’ ἐκεῖ, στὰ καπηλειά, μεθοῦσε, περνοῦσε φωνάζοντας ἀπ’ τὸ σπίτι τῆς Ἀννίκας τὴ νύκτα καὶ ἔβριζε, καὶ ἕνα βράδυ ποὺ εἶδε τὸ Μῆτσο στὸ δρόμο κόντεψαν νὰ πιαστοῦν, ἂν δὲν τοὺς βαστοῦσαν οἱ ἄλλοι.
 Ἀφοῦ δὲ ζητοῦσε προίκα ὁ Μῆτσος, ἀφοῦ εἶχε παράδες ὅσους καὶ ὁ Γιάννης τουλάχιστο, ἦταν καλὸς γαμπρός, καλλίτερος ἀπ’ ἐκεῖνον ποὺ θὰ τούδιναν τὸ χωράφι. Καὶ γι’ αὐτό, χωρὶς νὰ σκεφθῆ πολλὴν ὥρα τῆς εἶπε ἡ θεία της γλυκά, τῆς Ἀννίκας:
«Ἀφοῦ τὸν ἀγαπᾶς, Ἀννίκα, πάρ’ τον», καὶ ὁ θεῖος:
«Μὰ τὸ ξέρεις καλὰ πὼς δὲ ζητᾶ τίποτε;»
«Θὰ μ’ ἔπαιρνε καὶ χωρὶς τὰ ροῦχα μου».
Αὐτό θὰ ἔπεισε τὸ θείο, γιατὶ εἶπε.
«Ἀφοῦ τὸν θέλεις πάρε τον, Ἀννίκα». Καὶ ὅταν ἦλθε τὸ ἄλλο βράδυ ὁ Γιάννης ὁ Τσορὸς τοῦ εἶπε:
«Καὶ τί δὲν τῆς κάναμε τῆς Ἀννίκας γιὰ νὰ σε πάρη. Δὲ σὲ θέλει τὸ κορίτσι. Άφησέ την, ἀγαπᾶ ἄλλον».

* * * 

Ἔκλαψε ὅταν ἀποχαιρέτησε τὸ Μῆτσο, ἡ Ἀννίκα. Τὴν εἶχε πιάσει ὁ παληός της φόβος γιὰ τοὺς βουτηχτάδες, καὶ τὸ βράδυ ἄναψε ἕνα κερὶ στὸ παρεκκλήσι του Άϊ Νικόλα, κεῖ πέρα, μακρυά, κοντὰ στὴ θάλασσα.
Τὴν άλλη μέρα ἦταν ἀρκετὰ ζωηρή, «Θάρθη σὲ λίγους μῆνες πίσω ὁ Μῆτσος, θὰ παντρευτοῦμε», ἔπλυνε τὰ ροῦχα μ’ εὐχαρίστησι, πῆγε ἀργὰ στὴ χώρα μὲ τὴ θεία της ν’ ἀγοράσουν λινὸ γιὰ μερικά της ροῦχα. Θὰ τὰ ράψη ἐκείνη μόνη της. Ἄλλες μέρες ἀνησυχοῦσε, ὅταν ἔβλεπε τὰ κύματα νὰ εἶναι μεγάλα καὶ ὁ ἀέρας δυνατός, ἀλλά ἦταν καλοκαίρι καὶ αὐτὸ δὲν γίνονταν συχνά. Τότε ἀνησυχοῦσε χωρὶς αἰτία.
Ἦλθεν ὁ Σεπτέμβριος κι’ ἦταν ὅλο χαρὲς κι’ ἐλπίδες ἡ Ἀννίκα.
Ἀργά, στὸ τέλος τοῦ μηνός, ἦλθεν ἡ πρώτη βάρκα. Ρώτησε ἂν εἶχαν δῆ τὸ Μῆτσο… Ὄχι, δὲν τὸν εἶχαν δῆ, ἔρχονταν αὐτοὶ ἀπὸ τὴν Ἰταλία, ἀπ’ τὴ Λαμπεδοῦσα· ὁ Μῆτσος ἤτανε στ’ Ἀλτζέρι.
Στὰ μέσα τοῦ Ὀκτωβρίου ἦλθαν κι’ ἄλλες βάρκες. Εἶχε πάει καλὰ τὸ ψάρεμα τῶν σφουγγαράδων φέτος, ἦταν ὅλοι εὐχαριστημένοι.
«Κι’ ὁ Μῆτσος;» ρωτοῦσε κάθε φορά ἡ Ἀννίκα. Ἕνας τὸν εἶχε δῆ τὸν Ἰούλιο στὰ νερὰ τοῦ Σφαξ, ἦταν στοῦ γερο-Νικόλα τὴ βάρκα μαζὶ μὲ τὸ Χρῆστο Γκίκα κι’ ἄλλους δύο, καὶ κοντὰ ἦταν κι’ ἡ βάρκα τοῦ Γιάννη τοῦ Τσοροῦ, ποὺ ψάρευε.
Στὶς δέκα ἑπτὰ τοῦ μηνὸς ἔτρεχε στὰ στόματα ὅλων ἡ φήμη πὼς ὁ Μῆτσος εἶχε πνιγῆ. Εἶχεν ἔλθει πίσω ἡ βάρκα τοῦ Γιάννη τοῦ Τσοροῦ.
Μιὰ μέρα τὸν Ἰούλιο τὸν ἔβγαλαν πνιγμένο τὸν Μῆτσο. Ὁ τελευταῖος ποὺ τὸν εἶχε δῆ ἦταν ὁ Γιάννης, γιατ’ ἦταν κι’ αὐτὸς μέσ’ στὴ θάλασσα ἐκείνη τὴ στιγμὴ καὶ τράβηξε τὸ σχοινὶ λίγο πρὶν βγάλουν τὸ Μῆτσο. Δὲ φοροῦσε μηχανὴ ὁ Μῆτσος, πολὺ ὀλίγοι ἀπ’ τοὺς Αἰγινῆτες φοροῦν. Τὶς συνηθίζουν περισσότερο οἱ Καλυμνιῶτες, Σπετσιῶτες καὶ ἄλλοι. Δὲν εἶχε κανένα σημεῖο στὸ σῶμα του. Τὸ δεξί του μονάχα μελίγκι ἦταν ὀλίγο κόκκινο καὶ μαυρισμένο. Ἴσως χτύπησε σὲ κανένα βράχο. Κανεὶς δὲν κατέβηκε νὰ δῆ. Ἦταν φοβισμένοι ὅλοι, κι’ ἔπειτα τί ἔβγαινε νὰ βροῦν πῶς πέθανε ὁ Μῆτσος; Εἶχε πεθάνει ποὺ εἶχε πεθάνει. Καὶ τοῦ ἔδεσαν μιὰ πέτρα στὸ σῶμα του καὶ τὸν ἔβαλαν πάλι μέσ’ στὴ θάλασσα τὴ νύχτα· τὸ βάρος κατέβηκε καὶ χάθηκε στὰ μαῦρα νερά. Ὁ γερο-Νικόλας ἔκανε τὸ σταυρό του καὶ πῆγαν κι’ ἔρριξαν ἄγκυρα παρὰ κάτω. Καμμιὰ φορὰ μαλλώνουν οἱ σφουγγαράδες στὸν πάτο τῆς θάλασσας, μαλλώνουν γιὰ κανένα μεγάλο σφουγγάρι καὶ χτυπιοῦνται. Μὰ μονάχα ὁ Γιάννης ὁ Τσορὸς ἦταν στὸ νερὸ μέσα, καί, ὅταν λίγες μέρες ἀργότερα τὸν ἀνέκρινε ὁ Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος στὸ Σφαξ, εἶπε πὼς εἶδε ἕνα βουτηχτὴ κοντά του, μὰ δὲν ἤξερε ποιὸς ἦταν, οὔτε εἶχε σφουγγάρια σ’ ἐκεῖνο τὸ μέρος ἄλλα, παρὰ κάτι μικρὰ χωρὶς ἔννοια. Ὁ Πρόξενος ρώτησε ἂν κατέβηκε κανεὶς ἄλλος βουτηχτὴς ἀφοῦ ἔβγαλαν τὸν Μῆτσο γιὰ νὰ δῆ μήπως εἶχε τίποτε ἐκεῖ κάτω. Κανεὶς δὲν εἶχε κατεβῆ, εἶχε ἀρχίσει νὰ σκοτεινιάζη κείνην τὴν ὥρα. Ἔπειτα ρώτησε ὁ Πρόξενος τὸ γερο-Νικόλα γιατὶ δὲν ἔφεραν τὸ σῶμα τοῦ Μήτσου στὴ χώρα γιὰ νὰ γίνη ἡ νεκροψία. Ὁ γερο-Νικόλας ἀπάντησε πὼς ἦταν πολὺ ζέστη κι’ ἄρχισε νὰ βρωμᾶ τὸ σῶμα, καὶ ἦταν ἡ βάρκα μακρυὰ ἀπ’ τὴ χώρα. Κι’ ὁ Γιάννης ἐβεβαίωσε τὸ ἴδιο καὶ οἱ ἄλλοι μάρτυρες. Ὁ Πρόξενος, ἀφοῦ ἔκανε καὶ ἄλλες ἐρωτήσεις γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ Μήτσου, ἂν ἔπινε κ.τ.λ., ἔβγαλε τὸ συμπέρασμα πὼς θὰ ἔπαθε ἀποπληξία ὁ Μῆτσος καὶ τελείωσεν ἡ ἀνάκρισις.
Δύο μέρες ὕστερα ἦλθε κι’ ἡ βάρκα του γερο-Νικόλα στὴν Αἴγινα καὶ ἐβεβαιώθηκε τὸ πράγμα καὶ ἔμαθαν οἱ Αἰγινῆτες περισσότερες λεπτομέρειες.
Ἡ Ἀννίκα, ὅταν τῆς εἶπαν τὰ νέα, ἦταν σὰν νὰ τὰ περίμενε, σὰν νὰ ἤξερε πὼς δὲν μποροῦσαν νὰ βγοῦν σὲ καλό οἱ ἀρραβῶνες της, ἀφοῦ ἦταν βουτηχτὴς ὁ Μῆτσος. Ἔπεσε στὸ κρεββάτι της μπρούμυτα κι’ ἄρχισε νὰ κλαίη, νὰ κλαίη. Κι’ ἔξαφνα, σὰ νὰ θυμήθηκε κάτι, σὰ νὰ τῆς ἦλθε μιὰ ἰδέα, ἀλλόκοτη, τρομερή, σταμάτησε τὸ κλάμμα, σήκωσε λίγο τὸ κεφάλι της ἀπ’ τὸ προσκέφαλο, τεντώθηκε λίγο στὰ χέρια της καὶ μὲ κλειστὰ μάτια ἐφώναξε μὲ τρεκλή, σιγανή φωνή. «Αυτός· αὐτὸς τὸν σκότωσε, αὐτὸς τὸν σκότωσε τὸ Μῆτσο μου» κι’ ἔπεσε πάλι στὸ κρεββάτι κι’ ἔκρυψε τὸ πρόσωπό της στὸ προσκέφαλο, καὶ τὸ δάγκανε.

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΜΠΑΓΓΟΥ: Το παρόν κείμενο ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα, με λίγες αλλαγές- όμως- θα μπορούσε και να έχει

Δημοσιεύθηκε στην τοπική εφημ. ΟΔΟΣ της Καστοριάς στις 15.6.2010

Ο Δ. Παλουκίδης άνοιξε την πόρτα και με μια γενναία κίνηση έσυρε το σώμα του έξω. Γιατί έπρεπε. Δεν ήταν όποιος κι όποιος, ο Δήμαρχος ήτανε. Μπορούσε, λοιπόν, να λείπει σήμερα, αυτό ειδικά το πρωινό της Κυριακής, από την εκκλησία; Κι αυτό που τον παρακίνησε δεν ήταν η διάθεση, μόνο, της επικοινωνίας με τους αγίους ή και με τον ίδιο το Θεό. Εκπρόσωπος του τελευταίου επί της γης τον είχε προσκαλέσει. Και μάλιστα ο ίδιος ο θρησκευτικός άρχων της περιοχής του. Κι αυτός την πρόσκληση- πρόκληση αυτή την εξέλαβε σαν ηθικό εκβιασμό, που έθιγε την αξιοπρέπειά του και αμφισβητούσε, έμμεσα, την ευρύτερη επιρροή του στην περιοχή, καθόσον ήταν εκλεγμένος και με την περισσή ψήφο του λαού.

Χαμογελούσε συχνά στον εαυτό του, με εκείνο το πλατύ χαμόγελο που φημολογούνταν ότι έκαιγε καρδιές, χωρίς να υπάρχει ψυχή γύρω του, μόνο και μόνο για να το ευχαριστηθεί αυτοπροσώπως, απερίσπαστος από τις δημοτικές και οικογενειακές έγνοιες. Κοίταξε την φωτογραφία του στον απέναντι τοίχο: ντυμένος ποδοσφαιριστής ήταν, με τους μυς καλογραμμένους και το σώμα ολόκληρο σε ελαφριά σύσπαση, σαν έτοιμος για επίθεση. Κάπου στο κέντρο του γηπέδου, όπου ήταν ο χώρος του. Καταλάβαινε ότι από εκεί άρχιζαν όλα. Πρώτα το στρώσιμο του παιχνιδιού κι ύστερα ακολουθούσε το άπλωμά του πότε προς τη μια εστία και πότε προς την άλλη. Κι αυτό, ακριβώς, χαίρονταν περισσότερο ο ίδιος, όχι τόσο τα γκολ, αλλά τα τινάγματα της μπάλας που παράσερναν και τους παίκτες, σαν παλιρροϊκό κύμα πότε εδώ και πότε εκεί, πάντα όμως γύρω από τη μπάλα που ήταν η αδιαφιλονίκητη θεά του γηπέδου. Κι αυτός, σαν έμπειρος ποδοσφαιριστής, μπορεί καλύτερος και από τον Λούα-λούα, είχε αυτή τη θεά δική του, στα πόδια του. Και τον έτρεφε αυτό, του γέμιζε την ειδική αποθήκη του εγκέφαλου που τον έκανε να αισθάνεται πλήρης και αυτάρκης κι όχι φτωχός και μίζερος.

Γιατί η φτώχεια των υλικών αγαθών, που την είχε νοιώσει από τα παιδικά του χρόνια, δεν τον έτσουζε τόσο αυτή καθ’ εαυτή. Εκείνο που τον πονούσε περισσότερο ήταν το κενό που άφηνε στην προσωπικότητά του, μια ελλειμματικότητα που την εύρισκε αταίριαστη με τις προσδοκίες και τα πιστεύω του. Και είχε βάλει σκοπό να την γεμίσει με κάθε τρόπο, με κάθε θεμιτό τρόπο βέβαια. Και τα κατάφερε συν τω χρόνω. Και καριέρα έκανε αφού περάτωσε τις σπουδές του με λίαν καλώς και Δήμαρχος εξελέγη.
Τίποτα δεν είναι, όμως, απολύτως σίγουρο και ασφαλές. Βέβαια το όνειρό του έτρεχε πραγματοποιούμενο σαν το νερό στο αυλάκι, η πορεία του έδειχνε να έχει μέλλον, αλλά πιο πράγμα στη ζωή διαρκεί για πάντα; Ιδίως τα πολύ καλά. Μήπως διαρκούν πολύ η δόξα, η υγεία, ο έρωτας; Ανεβοκατεβαίνουν στο χρηματιστήριο της ζωής κι εκείνη κάνει χάζι με τους τζογαδόρους που νομίζουν ότι θα την κοροϊδέψουν και θα ξεφύγουν από δίπλα, με τα κέρδη στη τσέπη, χωρίς να τους πάρει είδηση.

Έπρεπε, λοιπόν, να παίξει και σήμερα, όπως έπαιξε και χτες λίγο έξω από το γήπεδο, με εκείνον τον Ελληνοαμερικάνο που του ζητούσε φορτικά ένα πιστοποιητικό, ότι τελείωσε το λύκειο, για να εγγραφεί στην ιατρική σχολή. Στην αρχή νευρίασε, αλλά γρήγορα ξαναβρήκε το χιούμορ του.
Να σε πω! Του είπε, μήπως θέλεις να σε στείλω και το πτυχίο στο σπίτι, να μη κουράζεσαι; Ή νομίζεις ότι όλοι οι δικοί μου ψηφοφόροι είναι πτυχιούχοι κι έτρεξες και συ μη χάσεις;
Τον άφησε σύξυλο τον Αμερικονοέλληνα και είπε στον οδηγό του να του κάνει μια γύρα στην πόλη, έτσι για να την αισθανθεί δικιά του, ή και να περιχαρακώσει με την παρουσία του το χώρο, σα σκύλος που κατουράει ένα γύρω την περιοχή του, σημαδεύοντας την.
Και ξέχασε για λίγο τον Δεσπότη που του είχε ζητήσει να του δώσει ό,τι είχε απομείνει από τo παλιό το γήπεδο για να χτίσει μια καινούργια εκκλησιά. Αυτός, όμως, έβαλε αμέσως στοπ στην απαίτηση αυτή.
Τί εκκλησιά, Δέσποτα; Γεμάτοι εκκλησιές είμαστε, άλλα πράγματα μας λείπουν.
Αλλά εκείνος θύμωσε: θα τα πούμε στην εκκλησία το πρωί της Κυριακής, τον αποπήρε. Και το καλό που σε θέλω να είσαι εκεί!
Η πρώτη του σκέψη ήταν να μην πάει και να δώσει λίγο χρόνο στην κατάσταση να εκτονωθεί από μόνη της. Άλλωστε σ’ άλλο γήπεδο έπαιζε αυτός, σ’ άλλο ο Δεσπότης. Γιατί να μπλέξουν τώρα τα πράματα;

Ύστερα, όμως, του φάνηκε σα να φυγομαχούσε, σα να φαίνονταν ότι δείλιαζε και το έβαζε στα πόδια από ανημπόρια. Ποιος; Αυτός που δεν έλειπε ούτε από το ποδόσφαιρο ούτε από τη δουλειά του, ακόμα κι όταν ήταν άρρωστος. Φόρεσε, λοιπόν, το γκρι του κοστούμι με μια μπλε συντηρητική γραβάτα, όχι τη ροζέ που του πρότεινε η γυναίκα του, και τράβηξε για την εκκλησία λίαν πρωία. Πήγε και στάθηκε μπροστά, με πολλή ευσέβεια μάλιστα. Σε λίγο όμως ένοιωσε την αγωνία του να μεγαλώνει. Τι θα μπορούσε να του προσάψει, τι πάτημα θα εύρισκε για να του επιτεθεί ο Δέσποτας εκτός από την άρνησή του;

Κοίταξε ένα γύρω. Σαν για γινάτι σήμερα δεν έβλεπε κανέναν δικό του φίλο ή γνωστό. Τους συνήθεις θεοσεβούμενους μόνο αντίκρισε που ήξερε ότι θα υποστήριζαν με κάθε τρόπο τον Δέσποτα. Άρχισε να βηματίζει επί τόπου για να διώξει την νευρικότητα που τον φούντωνε. Προσπάθησε ύστερα να συγκεντρωθεί στο τελετουργικό της εκκλησίας, χωρίς αποτέλεσμα, και βάλθηκε κατόπιν να παρατηρεί έναν- έναν τους εκκλησιαζόμενους με περιέργεια- μέχρι καχυποψίας- σα να είχαν έρθει όλοι εδώ για να εξομολογηθούν ανομολόγητα μυστικά. Σκέφτηκε και τις δικές του αμαρτίες, που δεν ήταν και λίγες. Αλλά ζωντανός άνθρωπος ήταν. Θα ήταν ποτέ δυνατόν να ισορροπεί πάντα σε μια ευθεία προκαθορισμένη, έστω και από το Θεό, γραμμή, και να μη πατήσει και λίγο παραέξω; Κι ήταν σίγουρος, κατά βάθος, ότι κάθε καλός Θεός αυτά θα τα συγχωρούσε στον καθένα. Ανθρώπινες αβλεψίες ήτανε, που μόνο οι άνθρωποι δεν τις συγχωρούν αναμεταξύ τους.
Ανάλυση μ’ ανάλυση μόλις που ένοιωσε το παπαδοπαίδι να τον αγγίζει ελαφριά στον ώμο: κύριε Δήμαρχε, έρχεστε μια στιγμή στο ιερό, που σας θέλουμε; του είπε.

Ξαφνιάστηκε, αλλά κατά βάθος του άρεσε. Μάλλον το ξανασκέφτηκε ο Δέσποτας κι ήθελε να λύσουν το πρόβλημα αναμεταξύ τους, man to man. Κούμπωσε το σακάκι του και προχώρησε. Ο Δέσποτας δεν ήτανε μέσα- παρά μόνο ο παπάς που ιερουργούσε και τα δύο παπαδοπαίδια. Τον πλησίασαν και οι τρεις.
-Πού είναι ο Σεβασμιώτατος; τους ρώτησε.
-Λυπάμαι, είπε ο παπάς με επίσημο ύφος, αλλά ο Δέσποτας εκοιμήθη. Αυτό έχω να σας ανακοινώσω, πρώτα από όλους σε εσάς, βέβαια.
-Δεν πειράζει, θα τον περιμένω να ξυπνήσει, ήταν η απάντησή του.
-Δεν καταλάβατε καλά, ξαναμίλησε ο παπάς, όταν λέω εκοιμήθη, εννοώ ότι εκοιμήθη δια παντός.

Έμεινε εμβρόντητος. Είχε μαζέψει ενέργεια μέσα του για μία σκληρή μάχη κι αυτή τώρα τον πλημμύριζε, μη βρίσκοντας από πουθενά διέξοδο- όπως πλημμυρίζει πολύ συχνά η λίμνη, τελευταία, και δεν ξέρουμε κατά που να την συμμάσουμε.
Καλά-καλά, είπε βιαστικά, τα θερμά μου συλλυπητήρια, και βγήκε έξω από το ιερό.
Σε λίγο ο ιερέας εξήγγειλε σε όλο το εκκλησίασμα την δυσάρεστη είδηση κι ο Δήμαρχος σταυροκοπήθηκε μαζί με τους άλλους.
Το τι έκρυβε, όμως, στην ψυχή του μόνο ο ίδιος κι ο Θεός το ξέρουν, γιατί είχε κερδίσει έναν αγώνα χωρίς να λάβει μέρος στην τελική μάχη.
Μάλλον ήταν ευνοημένος από την τύχη για μια –ακόμα- φορά, ή υπήρξε –απλώς- αποδέκτης μοιραίων συγκυριών που- πού ξέρει κανείς;- μπορεί και να συνεχίζονταν με αφορμή άλλη μια, μελλοντική, πρόκληση….

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2015

Ανθολογία διηγημάτων σύγχρονων Καστοριανών: Επίτομο Λεξικό της Χρυσούλας Πατρώνου -Παπατέρπου...

Ανθολογία διηγημάτων σύγχρονων Καστοριανών: Επίτομο Λεξικό της Χρυσούλας Πατρώνου -Παπατέρπου...: Μου είχε κολλήσει το ρήμα θνήσκω, ενώ κατ` ουσίαν έψαχνα για το “θολωτός”. Θνήσκω, έθνησκον, εθάνου, θανούμαι, τέθνηκα, ετεθνήκειν. Κάλυπτε...

Επίτομο Λεξικό της Χρυσούλας Πατρώνου -Παπατέρπου

Μου είχε κολλήσει το ρήμα θνήσκω, ενώ κατ` ουσίαν έψαχνα για το “θολωτός”. Θνήσκω, έθνησκον, εθάνου, θανούμαι, τέθνηκα, ετεθνήκειν. Κάλυπτε όλους τους χρόνους ο θάνατος. Το έθνησκον μου φαινόταν κάπως παράξενο• γιατί, ναι μεν κατανοώ πως μπορεί κανείς να πέθανε, αλλά να πέθαινε; Κάλυπτε ωστόσο, όλες εκείνες τις στιγμές της αναμονής του θανάτου; Κι αν ο θάνατος ήταν εντελώς ξαφνικός, από ατύχημα για παράδειγμα, πως ο παρατατικός αυτός εξέφραζε τη διάρκεια; Μυστήριο! Θα το έθετα σαν ερώτημα στον καθηγητή μου, στο σχολείο δεύτερης ευκαιρίας, το οποίο παρακολουθούσα εδώ και δύο χρόνια. Το είχα βάλει πείσμα να πάρω το απολυτήριο Λυκείου, και γιατί όχι; Να φοιτήσω και στο Πανεπιστήμιο...

Βέβαια, το κόλλημα μου με το λεξικό, δεν μου επιβλήθηκε από κανέναν. Ξεκίνησε σαν χόμπυ, σαν απασχόληση στον ελεύθερο χρόνο μου, που τώρα πια, μετά τη συνταξιοδότησή μου σε πολύ νέα ηλικία, λόγω “ανηκέστου βλάβης” της υγείας μου, όπως το είχαν διατυπώσει οι γιατροί στην Γερμανία, δεν ήξερα τι να τον κάνω.

Εκείνοι ωστόσο, υπολόγιζαν, ότι ο χρόνος που μου απόμενε πριν “θανώ” θα ήταν πολύ λίγος! Όπως άλλωστε και για τους περισσότερους εργαζόμενους στο τμήμα αυτό του χημικού εργοστασίου, μετά τη διαρροή του δηλητηριώδους αερίου• που δεν είχε και λίγα θανατηφόρα κρούσματα με πρώτον και καλύτερον τον πατέρα μου. Εμείς οι επιζήσαντες, αφού νοσηλευτήκαμε για ένα εξάμηνο οι περισσότεροι, συνταξιοδοτηθήκαμε• μας καταβλήθηκε δε ένα αρκετά σεβαστό ποσό αποζημίωσης. Αποζημίωση πήραν φυσικά και οι οικογένειες των νεκρών. Με πήρε τότε η μάνα μου και με γύρισε στην Ελλάδα, ενάντια στις παραινέσεις των γιατρών, που πίστευαν ότι θα έπρεπε να παραμείνω εκεί για πιο συστηματική παρακολούθηση.- “Ούτε ώρα πάρα πάνω στον καταραμένο τόπο!” ήταν η απάντηση. “Αν είναι να τον χάσω, τουλάχιστον να` ναι στον τόπο μας!”

Αυτά για την προϊστορία μου. Από τότε πέρασαν πέντε χρόνια. Κάθε Άνοιξη έρχεται ειδική επιτροπή από τη Γερμανία για να με εξετάσει και να αποφανθεί για την κατάσταση της υγείας μου. Κουνούν το κεφάλι, κουνούν ταυτόχρονα απορημένα και τους ώμους και δεν πιστεύουν στα μάτια τους και στα αποτελέσματα των εξετάσεων!...“Και ζει ακόμη!” λένε στη μάνα μου και της εύχονται καλό κουράγιο!

Και ζω ακόμη και μορφώνομαι! Δεν είναι εύκολο να κυκλοφορήσω, αστάθεια γενικά στα άκρα, τα νεφρά μου είναι που φοβούνται οι ειδικοί. Πήρε η μάνα μου άδεια οδήγησης• εκείνη με πηγαίνει και με φέρνει, όπου επιθυμώ και όπου χρειάζεται. Το διαιτολόγιο κανονισμένο από τους ειδικούς, το κρατεί σχολαστικά. Στο σπίτι, τον περισσότερο χρόνο τον περνώ καθισμένος σε μια αναπαυτική πολυθρόνα. Δίπλα μου πάντα το επίτομο ελληνικό λεξικό. Ήταν ιδέα του καθηγητή μου, όταν διαπίστωσε πως είχα κάποια αδυναμία στις λέξεις και την ετυμολογία τους.

Από το Αλφα άρχισα, λέξη προς λέξη. Στο θήτα έφτασα και προχωρώ ακάθεκτος. Μόνο να, εκείνο το θνήσκω, ενώ όπως είπα, για τη λέξη “θολωτός” έψαχνα, δεν μ` αφήνει ήσυχο. Δεν βρήκα πού έχει τις ρίζες του, και όπως ήδη ανέφερα, ο παρατατικός του μου δημιουργεί επιπρόσθετες απορίες. Είπαν ότι ο πατέρας μου είχε ακαριαίο θάνατο, έθανε, δηλαδή. Αν παρ`όλα αυτά έθνησκε; Αν υπέφερε μέσα σ` εκείνο το φρικτό θάλαμο αερίων μαζί με τους συντρόφους του; Τότε με πιάνει τρέλα. Και αν και ο δικός μου θάνατος επέλθει σιγά-σιγά, αν το θανούμαι δεν είναι στιγμιαίο; Γιατί, μόνο στη Νέα Ελληνική κάνουμε διάκριση ανάμεσα στο στιγμιαίο και στο διαρκές: θα πεθάνω, θα πεθαίνω!

Αποφάσισα για την ώρα να αφήσω αυτό το λήμμα και να ασχοληθώ με το θολωτό. Πάλι ο λόγος για νεκρούς! Θολωτός λοιπόν είναι τα ανακουφιστικό τρίγωνο, δηλαδή ο κενός χώρος που δημιουργείται ανάμεσα στις πλάκες ανωφλίων των θολωτών μυκηναϊκών τάφων. Όσο για το ανώφλι, μην μου πείτε ότι δεν σας θυμίζει το πολύ γνωστό μας κατώφλι! Πως θα περάσω άραγε, το κατώφλι του Κάτω Κόσμου; Πως θα εισέλθω στα Ηλύσια Πεδία;...

...Αν, πάλι, αντί για κάτω, αναδυθώ στα Ουράνια; Αν διαβώ τις Πύλες του Παραδείσου, χωρίς ενδιάμεσους σταθμούς, και όλα γίνουν στιγμιαία;...

Σήμερα έχω κέφια, σήμερα μου αρέσει να φιλοσοφώ!... Και αύριο έχω διαγώνισμα -το τελευταίο της χρονιάς- στη Φυσική! Καιρός να ασχοληθώ με τους νόμους της βαρύτητας, παρ` όλο που το βάρος μου μειώνεται αισθητά το τελευταίο διάστημα, και η μάνα μου μοιάζει πολύ προβληματισμένη. Να ρίξω μια ματιά, κατά παρέκκλιση, στο λήμμα ίπταμαι, επί το λαϊκότερον πετώ! Για σκέψου! Οι πιο εύχρηστοι τύποι είναι μόνο στον ενεστώτα και παρατατικό και στη μετοχή παθητικού ενεστώτα...Ιπτάμενος!... Για πού; Θα πετάξω, λοιπόν, θέλοντας και μη, στη νεοελληνική γλώσσα. Πάει και η βαρύτητα, πάνε και τα λήμματα της Αρχαίας !...

...Σκέφτομαι, ποια σχολή να δηλώσω μετά το πέρας της χρονιάς. Κλίνω προς τα Φιλολογικά, αν και οι καθηγητές μου επιμένουν, ότι στα Θετικά είμαι αχτύπητος. Και ας ασχολούμαι ερασιτεχνικά, με το επίτομο λεξικό υπό μάλης, με τις λέξεις!Ψάχνω: σκέπτομαι, εσκεπτόμην, σκέψομαι, εσκεψάμην, έσκεμμαι, εσκέμμην. Σκέψομαι και μετά αποφασίζω...


Δημοσιεύθηκε στην ΟΔΟ στις 6 Φεβρουαρίου 2014, αρ. φύλλου 726

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Η ΜΕΓΑΛΗ ΟΥΤΟΠΙΑ

Δημοσιεύτηκε στην τοπική εφημερίδα της Καστοριάς ΟΔΟΣ


1952 Β’ Όρμος .Κρατούμενοι του Ν. Καστοριάς

Μεταξύ αυτών: Από αριστερά 3ος καθιστός ο συγκατηγορούμενός μου Θανάσης Σιαπέρας. Πίσω του ακριβώς όρθιος Βαγγέλης Υφαντής, από τον Γέρμα, και πίσω από αυτόν ο επίσης συγκατηγορούμενός μου (καταδικασμένος εις θάνατον) Κοσμάς Νανάς. Άκρη δεξιά ο Θεοδόσης Νικολάου (καταδικασμένος εις θάνατον) από το χωριό Κυψέλη, γιος παπά (του Παπαγιάννη). Το κοστούμι που φοράει είναι δώρο του θείου του (αδερφού του Παπαγιάννη από την Αμερική)
[σελ. 219]

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του καταγόμενου από την Καστοριά Ιωάννη Εύδου με τίτλο «Κομμουνισμός η μεγάλη ουτοπία – Τα ιδανικά που βρυκολάκιασαν» (βιώματα) από τις εκδόσεις ‘‘Γεωργιάδη-Βιβλιοθήκη των Ελλήνων’’.

O Ιωάννης Εύδος αποτελεί την πλέον αντιπροσωπευτική περίπτωση των αγνών αγωνιστών, οι οποίοι πίστεψαν στο όραμα του κομμουνιστικού παραδείσου και θυσιάστηκαν για την πραγμάτωσή του, αλλά ένιωσαν τελικά οικτρά προδομένοι. Με άδολα πατριωτικά αισθήματα, νεαρός ακόμη στην Καστοριά, προσχώρησε στον αντιστασιακό αγώνα κατά της τριπλής κατοχής. Με την απελευθέρωση βρέθηκε ασυναισθήτως ενταγμένος στην κομμουνιστή ιδεολογία, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στα στρατοδικεία και σε μία επτάχρονη βασανιστική φυλάκιση στην Γυάρο, το Γεντί Κουλέ κλπ. Τελικά κατέφυγε στην Τασκένδη και σπούδασε στο Πολυτεχνείο του Κιέβου.

Κατά τα επτά χρόνια της εκεί ζωής του ένιωσε με τρόπο επώδυνο να καταρρέουν τα ιδανικά για τα οποία θυσίασε την νιότη του, όπως και άπειροι άλλοι. Αναρωτιέται με παράπονο αν αγωνίστηκε γι’ αυτόν τον σοσιαλισμό. Περιγράφει την σταλινική τρομοκρατία, διεκτραγωδεί τις υποσχέσεις που διαψεύσθηκαν κατά τρόπο τραγικό, αφήνοντας ένα κενό χωρίς ελπίδα. Περιγράφει την μετατροπή των ανθρώπων από homo sapiens σε homo sovieticus, δηλαδή σε μία απρόσωπη και δουλική μάζα.

Ειδική αναφορά κάνει «στο έγκλημα που διαπράχθηκε και λίαν επιεικώς ονομάσθηκε παιδομάζωμα... στα παιδιά που μεταφέρθηκαν στα «ευαγή ιδρύματα» του Τσαουσέσκου, για να μεταλλαχθούν σε γενιτσάρους με σκοπιανή συνείδηση. Ακόμη στον θηριώδη και εξοντωτικό ανταγωνισμό των ενδοκομματικών φατριών για την νομή της εξουσίας και στο βουβό παράπονο εκατομμυρίων καταδικασμένων στην πείνα και την απελπισία.
Και το προσωπικό του δράμα: «Η δυστυχία μου ήταν ίσως που πίστευα ότι μπορώ να διορθώσω την κοινωνία, μα τώρα που ζω σ’ αυτήν την κοινωνική πραγματικότητα καταλαβαίνω πόσο πολλά ζητούσα!».
Πρόκειται για μία κατάθεση ψυχής που δεν θα αφήσει κανέναν ασυγκίνητο, και προπαντός, απροβλημάτιστο.

Ο εκδότης κ. Γεωργιάδης στον πρόλογο του βιβλίου γράφει:
«Μετά το τυφλό τρομοκρατικό κτύπημα στο Α.Τ. Αγίας Παρασκευή, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ‘Ελευθεροτυπία’ μία προκήρυξη στην οποία οι συντάκτες της κατέληγαν με την φράση «Ζήτω η 28η Οκτωβρίου 1946». Πολλοί δεν κατάλαβαν τι σήμαινε αυτό, όμως το 1946 και η επίθεση στο Α.Τ. Λιτοχώρου ιστορικά θεωρείται ως το σημείο ενάρξεως του λεγομένου Εμφυλίου πολέμου.

Δυστυχώς χρόνια στυγνής προπαγάνδας εκ μέρους της Αριστεράς, έχουν πλήρως συσκοτίσει μία πολύ κρίσιμη περίοδο της νεωτέρας ελληνικής ιστορίας. Θέλω να υπενθυμίσω ότι ο πόλεμος αυτός, που διήρκησε από το 1946-49 κόστισε στην Ελλάδα περισσότερο απ’ ό,τι ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Στην ουσία η πληγές που άφησε πάνω στην ψυχή της χώρας μας δεν έχουν πλήρως μέχρι σήμερα επουλωθεί. Και αυτή την περίοδο της φρίκης, όπου αδέλφια σκότωναν αδέλφια, όπου τα εγκλήματα και το μίσος ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο, υπάρχουν κάποιοι που την νοσταλγούν σήμερα και που θέλουν να την ξαναζήσουμε!

Είναι τρελό, είναι παρανοϊκό, έχει όμως την εξήγησή του και η εξήγηση είναι ότι επιτρέψαμε στην μία πλευρά, και συγκεκριμένα στην Αριστερά, να πείσει τον ελληνικό λαό, και κυρίως την νεολαία μας, σε ένα παραμύθι. Σύμφωνα με αυτό ο δήθεν «Δημοκρατικός Στρατός» πολεμούσε για την εθνική ανεξαρτησία και την δικαιοσύνη, ενώ ο Εθνικός Στρατός ήταν περίπου ξένη κατοχική δύναμη και ταγματασφαλίτες. Ουδέν ψευδέστερον τούτου!

Χωρίς να παραβλέπουμε τα αναπόφευκτα εγκλήματα που συμβαίνουν σε ένα τέτοιο πόλεμο και που φυσικά διεπράχθησαν και από την πλευρά της αστικής Δημοκρατίας. Η αλήθεια είναι ότι οι Συμμορίτες, όπως τους έλεγε το Κράτος τότε, ή ο «Δημοκρατικός Στρατός», όπως αυτοαπεκαλείτο, πολεμούσε εναντίον μιας εκλεγμένης Δημοκρατικά Κυβερνήσεως και προσπαθούσε να μετατρέψει την Ελλάδα σε Κομμουνιστικό Κράτος! Ποιος εχέφρων άνθρωπος σήμερα θα ευχόταν στ’ αλήθεια να είχε νικήσει στις μάχες στον Γράμμο και στο Βίτσι ο δήθεν «Δημοκρατικός Στρατός»;

Ποιος πιστεύει στ’ αλήθεια ότι θα ζούσαμε καλλίτερα εάν είχαμε γίνει κάτι σαν την Αλβανία, την Βουλγαρία, την Γιουγκοσλαβία ή την Ρουμανία; Και όμως αυτό θα γινόταν, εάν ο ηρωϊκός Εθνικός Στρατός, με την βοήθεια των τότε Συμμάχων μας δεν κατόρθωνε να σώσει την Ελλάδα από την κομμουνιστική απειλή.
Το πώς θα ζούσαμε, λοιπόν, μας το μεταφέρει, πιστεύω αξιόπιστα, ο συγγραφέας Γιάννης Εύδος με το βιβλίο του. Διότι η αντικειμενικότητά του δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, αφού ο ίδιος ήταν από αυτούς που έδωσε μάχη τότε και πλήρωσε ακριβό τίμημα, για να γίνει η Ελλάδα κομμουνιστική χώρα.

Ακολουθώντας λοιπόν την ιδεολογία του, πήγε, σπούδασε και έζησε εκεί που οι τότε ιδεολόγοι νόμιζαν ότι βρίσκεται ο παράδεισος του Σοσιαλισμού.
Κομμουνιστής, όχι από την Εκάλη, όπως μερικοί σημερινοί δήθεν κομμουνιστές, αλλά κομμουνιστής πραγματικός, που πήγε, έζησε και κατάλαβε!
Είναι ένα διδακτικό βιβλίο που ίσως, εάν το διαβάσουν μερικοί από αυτούς τους τρελλούς που κτυπάνε τα Αστυνομικά Τμήματα ονειρευμένοι έναν νέο εμφύλιο, να άλλαζαν γνώμη και να έβαζαν μυαλό».

Αποζερινά αρώματα

Δημοσιεύτηκε στην τοπική εφημερίδα της Καστοριάς ΟΔΟΣ
ΑΠΟΖΕΡΙΝΑ ΑΡΩΜΑΤΑ της Μπέσσης Μιχαήλ

Το  Γ ΄ Δημοτικό Σχολείο  10s  1950
Σπαράγματα μνήμης Μια παιδική ηλικία γεμάτη εικόνες ομορφιάς σαν όλες τις αρχέτυπες πατρίδες του νου. Και φυλαγμένες σαν ακριβό κρασί που το άρωμά του γίνεται πολυτιμότερο με τα χρόνια, την απόσταση κι ίσως τη σύγκριση, με το δύσκολο παρόν του ατομισμού. Σταγόνες από καθαρά, διαμαντένια μέσα στο χρόνο αρώματα μνήμης άλλου τόπου, άλλων ανθρώπων, άλλων στιγμών...

Αναβλύζει στην επιφάνεια πρωταρχικά, σαν ζεστό κύμα νοσταλγίας η ευωδιά της ακακίας την όψιμη άνοιξη, όταν τα πανέμορφα λευκά τσαμπιά λουλουδιών, γέμιζαν την ατμόσφαιρα με το διακριτικό άρωμά τους. Η δεντροστοιχία με τις λεπτόκορμες φιγούρες των δέντρων στα άκρα του πλακόστρωτου, έφθανε ως το σπίτι του άλλου Νταή, στολίζοντας το δρόμο με τα όμορφα νεοκλασικά σπίτια που θαρρείς και στεκόταν σε παράταξη τακτική και νοικοκυρεμένη.

Η «γειτονιά» στα παιδικά μάτια, άρχιζε από το σπίτι της θείας Γλυκερίας του Ρέζα και περιλαμβάνοντας την αλάνα μπροστά στο σπίτι των αδελφών Καραβέλλη, το παλιό τζαμί με τον πεσμένο μιναρέ που παίζαμε κρυφτό, το τρίτο δημοτικό σχολείο, συνέχιζε στο δικό μας, της Γούλενας (που σήμερα το βλέπω μόνο με τα μάτια της φαντασίας όπως και το παλιό της γιαγιάς Γλυκερίας απέναντι).Τα υπόλοιπα σπίτια, του Νταή, του Οικονομίδη, του Μυλωνά, του Νάντσιου, στέκονται αρχοντικά μέσα στη σχετική μοναχική αταραξία τους, προκαλώντας ευχαρίστηση γιατί υπάρχουν κι ανεπαίσθητο σφίξιμο «για πόσο ακόμη», που επιτείνεται αφόρητα από το παρακμιακό 4όροφο έκτρωμα στον κήπο του Μυλωνά. Το παλιό του άλλου Οικονομίδη δεν υπάρχει πια, ενώ του Σιώμκου κρατά ακόμη και της κυρίας Νταή άλλαξε, πνιγμένο στο άγριο πράσινο και τη παρακμή…

Στην παιδούλα του τότε, οι ακακίες προκαλούσαν κυρίως αγανάκτηση για τα φύλλα που πλημμύριζαν την πλακόστρωτη είσοδο του σπιτιού. Η δουλειά μου ήταν να τα σκουπίζω, αποσπώντας με από το σαφώς πιο επιθυμητό παιδικό παιχνίδι. Δεν ξέρω γιατί ξεχωρίζω το άρωμα της ακακίας από τα αρώματα που πάντα γέμιζαν την ατμόσφαιρα της γειτονιάς. Ίσως συνδυάζω τη διακριτικότητα του αρώματος με την ευγενική, αξιοπρεπή διακριτικότητα της εποχής, τουλάχιστον έτσι όπως τη θυμάμαι. Και που κάπως προσωποποιούνταν με διαβαθμίσεις και παραλλαγές ανάλογα με την εκφραστικότητα του καθενός σε όλους τους γείτονες. Θυμάμαι σκόρπια και μόνο επιστρατεύοντας την ανόθευτη παιδική αντίληψη πώς προσλάμβανα όλους, οικογένεια και άλλους. Μαμά, μπαμπάς, θεία Ιφιγένεια, θείος Χρηστάκης, παππούς, γιαγιά, οι πυλώνες αναφοράς της μικρής ζωής, οι «εμείς», μένουν στο απυρόβλητο των χαρακτηρισμών καθώς η πολλαπλή παρουσία στη μνήμη είναι μόνιμα πλουσιότερη.

Οι άλλοι όμως, προκαλούσαν διάφορες εντυπώσεις που παραμένουν ζωντανές σαν αποτυπωμένες εικόνες μιας παροδικής φωτογράφησης. Ανασύρεται λοιπόν κάθε φορά μια εικόνα και βλέπω τον ψηλό, ευγενικό θειο- Δήμο, να περνά, ντυμένος με τα ιδιόρρυθμα γκολφ παντελόνια του, πάντα με τη συνοδεία του Μαξ του πιστού σκύλου του και γελαστός να μου λέει, «μπράβο παιδί μου που βοηθάς τη μαμά»... Ήταν πολύ φυσικό να πιστέψω, όταν μεγαλύτερη έμαθα ότι πέθανε, πως ο Μαξ επισκεπτόταν κάθε μέρα το μνήμα του, μέχρι το δικό του θάνατο. Η διακριτική παρουσία, το άρωμα της αξιοπρέπειας, ήταν το χαρακτηριστικό των περισσότερων «μεγάλων» της γειτονιάς σαν άρωμα ανθρώπινης παρουσίας.
Ξεχωρίζω τον άμεσο γείτονα κύριο Γαβριήλ με το βροντερό γέλιο και την καλή διάθεση για παρέα στις βεγγέρες, την γλυκειά κυρία Αθηνά. Την κεφάτη συνήθως, χαμογελαστή, πάντα με καλή διάθεση κυρία Ντότα και τον ήσυχο κ. Χρυσό, ως την κάπως πιο περίφροντι και πάντα καλά τυλιγμένη σε ζεστά ρούχα αδελφή της κυρία Ευγενία, που τώρα θυμάμαι, σπάνια έβλεπα δίπλα στον σοβαρό ψηλό και κάπως απόμακρο κ. Οικονομίδη. Από τον φύλακα – άγγελο μας κυρ-Μπόση και την γυναίκα του που δεν μιλούσε πολύ, ως την αρχοντική κυρα-Ναστασούλα που όλο και κάποιο κέρασμα έκρυβε η τσέπη της κάτασπρης ποδιάς της (αμερικάνικες «μαστίχες» ίσως) και τον κυρ –Αχίλλη που μας μάλωνε όταν πατούσαμε κατά λάθος την άψογη χλόη του. Από την όλο ζωντάνια κυρά Ασπασία και τον συμπαθέστατο κύριο Αντίγονο, την όμορφη κυρία Ευτέρπη και τον σοβαρό κύριο Τζήμα, ως την άλλη οικογένεια Οικονομίδη, ευγενέστατο ζευγάρι, δίπλα στο σπίτι του Σταυράκη και της κ. Καλλιόπης, που μας συμβούλευε να πηγαίνουμε στο κατηχητικό… Ο Σταυράκης, που ενώ ήταν στην ηλικία μας, δεν τον πολυβλέπαμε, ίσως βοηθούσε τον πατέρα του.Η «παρέα» ήμασταν κυρίως εγώ, αγοροκόριτσο σωστό, ο Βασιλάκης, συνήθως με κάποια τιμωρία για κάποια ζαβολιά, η αχώριστη τριάδα τα τρία Κουκλιά η Καλυψώ, η Θέλμα κι η Ρίτσα και ο ντροπαλός Κοσμάς. Τα μεγαλύτερα από μας παιδιά της γειτονιάς, έφηβοι μάλλον, ήταν όλα κορίτσια. Τα δίδυμα Τζημάκια, η δική μας ξαδέλφη Κική και η Σάσα. Όπως ήταν φυσικό, μας σνόμπαραν λίγο, αυτές οι μεγάλες, και η μόνη ανάμνηση που έχω να συμμετέχουμε κι εμείς τα μικρά, νομίζω με πρωτοβουλία της Σάσας, ήταν σ’ ενα κλείδωνα. Στον κάτω κήπο του σπιτιού, θυμάμαι όλοι μαζί στολίσαμε το δεντράκι με φρούτα, καΐσια, ρίκια και κεράσια, κι ήπιαμε από ένα γκιούμι το αμίλητο νερό...

Ενώ αντίθετα, η προηγούμενη γενιά των πιο μεγάλων νέων, που ήταν αρκετά πολυπληθέστερη, έκαναν γούστο εμάς τα μικρά. Ήταν οι πέντε θειοί μου κι η θεία μου, αδέλφια της μαμάς, ο Γιαννάκης, τα τέσσερα παιδιά του Αλβανού (η Κατίνα ήταν ήδη παντρεμένη στη Θεσσαλονίκη), τα 4 παιδιά του ενός Οικονομίδη, και τα 2 του άλλου, τα 4 του Νάντσιου, ένα σύνολο από περίπου 20 νέα άτομα, που συχνά τα αγόρια πηγαινοερχόταν σε στρατό, σπουδές, ή οι μεγαλύτεροι στη ξενιτιά, πάντα όμως υπήρχαν τα κορίτσια κι αρκετοί τα καλοκαίρια που γέμιζαν με ζωή την γειτονιά…

Τα αρώματα και η ποικιλία τους καθόριζαν πολύ καθαρά κάθε εποχή, στην γειτονιά της ευλογημένης παιδικότητάς μου...Ήταν οι πασχαλιές πρώτες, που διαπότιζαν την ατμόσφαιρα από την είσοδο του νεοκλασικού της Γούλενας, το γενέθλιο σπίτι μου. Εκεί, πλάι στα σκαλιά δίπλα στη κυδωνιά, προμηνούσαν το Πάσχα, όταν το σπίτι πλημμύριζε από το εκμαυλιστικό άρωμα των τσουρεκιών που ψηνόταν και που αποτελούσαν τη πρώτη μεγάλη γιορτή της άνοιξης της όσφρησης και της καρδιάς. Κι έχω πάντα στη καρδιά μου τη μυρωδιά των αναμένων κεριών καθώς κατεβαίναμε φαντασμαγορικά από τον Αη-Γιώργη μετά την Ανάσταση...

Ήταν, αμέσως μετά, το διακριτικά βαρύ άρωμα από τα ζουμπούλια της κυρ-Ασπασίας, τα πρώτα λουλούδια του πρώιμου καλοκαιριού που γέμιζαν τις μέρες με ομορφιά στα πολύχρωμα παρτέρια και τις βραδιές με το άρωμά τους. Τα ζουμπούλια, που κάθε φορά η όψη ή το άρωμα ξαναφέρνει τη χαμογελαστή ανάμνηση: μια χρονιά τα ξεριζώσαμε όλα εγώ κι ο Βασιλάκης για να στολίσουμε το κοτέτσι του κυρ-Μπόση που είχαμε μετατρέψει σε θέατρο για τον αυτοσχέδιο Καραγκιόζη μας... Το πληρώσαμε ακριβά το χουνέρι μας, με κάμποσο ξύλο, που για κάποιο λόγο το θεωρώ ακόμη ηρωικά ακριβοδίκαιο...Ήταν η μυρωδιά της καϊσιάς και των καϊσιών, της ρικιάς και των ρικιών στον κάτω κήπο του σπιτιού μου, καθώς τα τρώγαμε σκαρφαλωμένοι στα κλαδιά όλη η παλιοπαρέα, τα κουκλιά κι εγώ, κατευθείαν από το δέντρο, ενώ η γλυκύτατη κυρα-Αθηνά του Κυρ-Γαβριήλ, μας συμβούλευε μαλακά, χωρίς τις συνηθισμένες φωνές των μαμάδων, να προσέχουμε από το παράθυρο της κουζίνας της...


Ήταν το άρωμα της φρεσκοκομμένης χλόης ή η ευωδιά από τα φροντισμένα τριαντάφυλλα του κυρ Αχίλλη όλο το καλοκαίρι, που κάθε βραδυά, καθισμένοι στα σκαλιά από το πόρτση του, πλημμύριζε την ατμόσφαιρα, ή ακόμα μπερδευόταν με τη διάχυτη μυρωδιά από γιασεμιά και τα αγιοκλήματα που στόλιζαν τους φράχτες. Καθόμασταν τα μικρά και ακούγαμε τους μεγαλύτερους να κουβεντιάζουν τρώγοντας το «δειλινό» μας, ψωμοτύρι και πεπόνι ή καρπούζι.
Αργότερα, το φρούτο γινόταν σταφύλι, τα νόστιμα μοσχάτα από τ΄ αμπέλια στο Φουντουκλί, όπου μαζευόταν για τον τρύγο όλη σχεδόν η γειτονιά. Πηγαίναμε με τα ποδήλατα κι ήμουν ιδιαίτερα περήφανη που μ’ έπαιρναν μαζί, το πιο μικρό που ήξερε ποδήλατο, κατά απαίτηση του καλού μου φίλου του Μπιλ. Η πιο ζωντανή εικόνα «κοινοτισμού» στο μυαλό μου είναι αυτή, η χαρούμενη σειρά ποδηλάτων από 25-30 άτομα κατά μήκος της παραλίας ως το Φουντουκλί…Και φυσικά το άρωμα της λίμνης, της καλοκαιρινής λίμνης που ήταν η χαρά της παιδικής γειτονιάς. Μαζευόμασταν όλα στην εξέδρα, έξω από το σπίτι του Νταή, υπό την υψηλή εποπτεία του Μπόση. Τα πιο μεγάλα ήδη κολυμπούσαμε καλά, ενώ τα πιο μικρά φορούσαν τις κολοκύθες σαν σωσίβια . Τότε, που διακοπές για μας δεν ήταν η φυγή στη πολυκοσμία της θάλασσας, αλλά η χαρά της λίμνης, της παρέας, η ανεμελιά από μαθήματα, του παιχνιδιού με το νερό ή μάλλον το χόρτασμα της δροσιάς του νερού. Πρασίνιζε λίγο τον Αύγουστο, αλλά δεν το λογαριάζαμε, απλά καθαρίζαμε την επιφάνεια και συνεχίζαμε, απτόητοι από οποιοδήποτε «άρωμα»…

Το φθινόπωρο ξεκινούσε με τον τρύγο και το άρωμα από το πάτημα των σταφυλιών με τα μικρά μας πόδια, που γινόταν στο σπίτι της θείας της Τασούλαινας στο Τσαρσί, γιατί εκεί είχαν το πατητήρι. Φυσικά, έφερνε μούστο κι κ.Γαβριήλ από τ’αμπέλια του και στηνόταν τρικούβερτες βεγγέρες, αλλά δεν πατούσαμε εμείς τα σταφύλια... Θυμάμαι ακόμη, την ιδιότυπη κάπως οξύτερη μυρωδιά των καρυδιών που τα μαζεύαμε σκαρφαλώνοντας στα γερά κλαδιά ,από τις δυό καρυδιές στο Φουντουκλί, γεμίζοντας τα χέρια μαύρο χρώμα καθώς καθαρίζαμε τα φρέσκα νόστιμα καρύδια.
Αμέσως μετά, ερχόταν η μυρωδιά του… σχολείου! Αισθανόμουν λίγο ένοχη γιατί ενώ όλα τα παιδιά μελαγχολούσαν, σε μένα έφερνε μια οικεία κρυφή χαρά που δεν μοιραζόμουν εύκολα, γιατί τελείωνε η τεμπελιά, και ξανάρχιζε η περιπέτεια της μάθησης, η γλυκειά αίσθηση αναζήτησης της γνώσης... Συγχρόνως, άρχιζαν τα πιο ενδιαφέροντα ομαδικά παιχνίδια γιατί ερχόταν τα παιδιά και από τις πιο μακρινές γειτονιές στο χωματένιο άνετο περίβολο του 3ου δημοτικού.
Ο χειμώνας δεν σήμαινε λιγότερα παιχνίδια. Το χιόνι, που δεν θυμάμαι ποτέ να είναι λίγο, ανάδινε την έντονη, σχεδόν ψηλαφίσιμη ευωδιά του… κρύου! Η παγωμένη λίμνη με τη φαντασμαγορική όψη των παγωμένων δέντρων στην παραλία ήταν από τα ομορφότερα τοπία μιας πανέμορφης πόλης. Ενώ, η χιονισμένη πλαγιά δίπλα στη Παναγία Φανερωμένη, γινόταν η αυτοσχέδια πίστα μας για κατέβασμα με «σάνια» ή έλκηθρο, δηλαδή μια παλιά πτυσσόμενη καρέκλα. Και το πήδημα από το ύψος του υπολείμματος του τοίχου στο παχύ στρώμα χιονιού στο έδαφος του παλιού ερειπίου, ήταν το άκρον άωτον της τόλμης!

Αλλά η εποχή της λάμψης, του αρώματος των μανταρινιών και των πιο νόστιμων γλυκών, όπως μπακλαβά και μελομακάρονα, ήταν τα Χριστούγεννα... Ξεκινούσε λίγο πριν τα κάλαντα με τη «γουρουνοχαρά» της γιαγιάς και τη μυρωδιά των νόστιμων μεζέδων τσιγαρίδες και λουκάνικα. Κορυφωνόταν όμως στην ευωδιά της πάστρας των σπιτιών, έτσι όπως τα αντικρύζαμε στα κάλαντα και τη χαρά μας, ιδιαίτερα στο σπίτι της κυρα-Ναστασούλας που έλαμπε κυριολεκτικά. Όπως και τα παιδικά μάτια όταν σαν πιο πλούσια ή γενναιόδωρη μας έδινε τάλιρο στα φραγκοδίφραγκα των άλλων....

Αχ, πολύτιμα αποζαρινά αρώματα κι άνθρωποι αγαπημένοι και νοσταλγική χάρη μιας ζωής άδολα παιδικής, άπειρα απλούστερης, τόσο ευκολότερης μέσα στη μνήμη, ίσως αληθινότερης από την πραγματική μέσα στην αχνή φαντασία.....
Για όσους έφυγαν με ευγνωμοσύνη για το δώρο των όμορφων αναμνήσεων... για όσους θέλουν να θυμούνται, με αγάπη...